Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἵημι

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἵημι Medium diacritics: ἵημι Low diacritics: ίημι Capitals: ΙΗΜΙ
Transliteration A: híēmi Transliteration B: hiēmi Transliteration C: iimi Beta Code: i(/hmi

English (LSJ)

ἵης (

   A v.l. ἵεις S.El.596, Castorio 2), ἵησι, 3pl. ἱᾶσι, Ion. and Ep. ἱεῖσι; imper. ἵει Il.21.338, E.El.593 (lyr.); subj. ἱῶ; opt. ἱείην (also ἀφ-ίοιμι, X.HG6.4.3); inf. ἱέναι; part. ἱείς:—thematic forms of the pres. (as if from ἱέω) are also found, esp. in compds., cf. μεθίημι, σύνιημι: also, as if from ἵω, 3sg. pres. ἵει A.R.4.634, imper. ξύν-ιε Thgn.1240b codd.: impf. 3sg. ἵει Il.1.479, Dor. ἀν-ίη SIG1 (Abu Simbel, vi B.C.); 3pl. ἵεσαν E.Ba.1099, ἵεν Il.12.33, ξύν-ιεν (v.l. -ιον) 1.273; also 2sg. ἵεις Ar.V.355; Ion. impf. ἵεσκε (ἀν-) Hes.Th.157: fut. ἥσω Il.17.515, etc.: aor. 1 ind. ἧκα Il.5.125, etc., Ep. ἕηκα 1.48 (mostly in compds.); 3sg. subj. ᾗσι 15.359; 3sg. opt. εἵη 3.221; inf. εἷναι Ar.Ra.133, Ep. ἐξ-έμεναι Od.11.531: pf. εἷκα, only in compds. (ἀφ-, καθ-, παρ-, συν-), also ἕωκα (ἀφ-) PCair.Zen.502.4 (iii B.C.), Hdn.Gr.2.236:—Med., pres. ἵεμαι Od.2.327, etc.; also 3pl. προ-ίονται PCair.Zen.151.4 (iii B.C.): impf. ἱέμην Ar.Eq.625, etc.: fut. ἥσομαι (μετ-) Hdt.5.35, (προ-) D.1.12, (ἐξαν-) E.Andr.718: aor. 1 ἡκάμην (only in compds. προσ-, προ-): aor. 2 εἵμην, Ep. and Ion. ἕμην, of which we find εἷτο (ἐφ-) S.Ph.619, (ἀφ-) X.Hier.7.11, ἕτο (συν-) Od.4.76, ἕντο (ἐξ-) Il.9.92, etc.; imper. ἕο (ἐξ-) Hdt.5.39, οὗ (ἀφ-) S.OT1521; subj. ὧμαι (συν-) Il.13.381; opt. εἵμην (ἀφ-) Ar.Av.628, or οἵμην (προ-) Pl.Grg.520c; inf. ἕσθαι (προσ-) Ar.V.742; part. ἕμενος (προ-) Th.6.78, Isoc.4.164, etc.:— Pass., fut. ἑθήσομαι (ἀν-) Th.8.63: aor. εἵθην (only in compds. ἀφ-, καθ-, παρ-): pf. εἷμαι (only in compds.); also ἕωμαι in compds. ἀν-, ἀφ-, ἐφ- (q.v.): plpf. εἵμην (only in compds.).—Of the Pass. and Med. Hom. has only pres., impf., and 3pl. aor. 2 Med. ἕντο.—For varieties peculiar to special compds., v. ἀν-, ἀφ-, ὑφ-ίημι. (Perh. cogn. with Lat. Ja-c-io or with Lat. sēmen:—Med. ἵεμαι prob. from ϝῑ-, cf. εἴσομαι 11, Skt. véti (pl. vyánti) 'press forward, desire', Lat. vīs (2sg.), invitus.) [ῐ generally in Hom. and Ep., ῑ in Att.; sts. ῑ in Hom., ἵει Il.16.152, etc.; ἱεῖσαι Od.12.192; also in inf. ἱέμεν, ἱέμεναι, part. ἱέμενος, etc., ξυν-ῑετε Archil.50: ῐ sts. in Trag., ῐησι A.Th.309 (lyr.), ῐέντα ib.493, ῐείς, ῐεῖσα, E.IT298, IA1101, Hec.338; ῐεῖσαν Id.Supp.281; in Com., συνῐημι Ar.Av.946 (s. v.l.), Strato Com.1.3: with variation of quantity, πλεῖστον οὖλον ἵει [ῐ], i)/oulon i(/ei [i] Carm.Pop. 1.]:—release, let go, ἧκα . . πόδας καὶ χεῖρε φέρεσθαι Od.12.442; ἧκε φέρεσθαι let him float off, Il.21.120; let fall, κὰδ δὲ κάρητος ἧκε κόμας made his locks flow down from his head, Od.6.231; [ἐθείρας] ἵει λόφον ἀμφί Il.19.383; ἐκ δὲ ποδοῖιν ἄκμονας ἧκα δύω I let two anvils hang from his two legs, 15.19; ἐκ δ' ἄρα χειρὸς φάσγανον ἧκε χαμᾶζε Od.22.84, cf. Il.12.205; ἵεις σαυτὸν κατὰ τοῦ τείχους Ar.V.355; ἧκαν ἑαυτούς let themselves go, X.An.4.5.18; ἵεσαν φυγῇ πόδα E.Rh.798.    2 of sounds, utter, ὄπα Il.3.152, Od.12.192; ἔπεα Il.3.221; γλῶσσαν Hdt. 1.57; Ἑλλάδα γλῶσσαν ἱ. to speak Greek, Id.9.16; Δωρίδα, Ἀττικὴν γλῶσσαν, Th.3.112, Sol.36.10; φωνὴν Παρνησίδα A.Ch.563; δύσθροα βάγματα Id.Pers.636 (lyr.); ἐκ στηθέων ἄλγος Id.Th.865 (lyr.); μέγαν κωκυτόν S.Aj.851, etc.; but πᾶσαν γλῶσσαν ἱ. to let loose every kind of speech, Id.El.596; πᾶσαν (τὸ λεγόμενον) φωνὴν ἱέντα Pl.Lg. 890d; τὸ τᾶς εὐφάμου στόμα φροντίδος ἱέντες, i.e. speaking not in words, but in silent thought, S.OC133 (lyr.); ἧκε abs. (sc. φωνήν), Plu.2.973e; of instruments, ἄλλα μέλη τῶν χορδῶν ἱεισῶν Pl.Lg. 812d.    3 throw, hurl, λᾶαν, βέλος, δόρυ, Od.9.538, Il.4.498, E.Rh. 63; ἱέναι (sc. τινά) πέτρας ἄπο E.HF320, cf. S.Tr.273: c. gen. pers., to throw or shoot at one, ὀϊστόν τινος Il.13.650; ἐπ' ἀλλήλοις ἵεσαν βέλεα Hes.Th.684: metaph., ἐκ μαλθακᾶς φρενὸς ὀϊστοὺς ἱέντες Pi.O.2.90.    b abs., throw, shoot, τόσσον γὰρ ἵησιν Od.9.499, cf.8.203, Il.17.515, Pl.Tht.194a, etc.; ἄνω ἱέντες X.An.3.4.17; δίσκοισιν τέρποντο . . ἱέντες Il.2.774, al.: c. gen. objecti, τῶν μεγάλων ψυχῶν ἱείς shooting at great spirits, S.Aj.154; ἐπὶ στόχον (στοίχων codd.) at a mark, X. Ages.1.25: c. dat. instr., ἵησι τῇ ἀξίνῃ Id.An.1.5.12.    4 of water, let flow, spout forth, ῥόον Il.12.25; [Ἀξιὸς] ὕδωρ ἐπὶ γαῖαν ἵησι 21.158; ῥέος A.Pr.812: abs., [ποταμὸς] ἐπὶ γαῖαν ἵησιν the river pours over the land, Od.11.239; [κρήνη] ἵησι 7.130; of tears, δάκρυον ἧκε χαμᾶζε 16.191; of fire or smoke, ἵει νᾶμα παμφάγου πυρός E.Med.1187; λιγνύν A.Th.493.    5 send, of living beings, τίς γάρ σε θεῶν ἐμοὶ ἄγγελον ἧκε; Il.18.182; Αἰνείαν . . ἐξ ἀδύτοιο ἧκε 5.513; of omens or portents, τοῖσι δὲ δεξιὸν ἧκεν ἐρῳδιόν 10.274; ἔλαφον . . εἰς ὁδὸν αὐτὴν ἧκεν Od. 10.159; τέρας 21.415; generally of things, ἴκμενον οὖρόν τινι Il.1.479, etc.    II Med., speed oneself, hasten, freq.in part. with Advs., πρόσω ἵεσθε Il.12.274; ἐνθένδ' ἱέμην Ar.Eq.625; ἱ. Τροίηνδε, Ἔρεβόσδε, Od.19.187, 20.356: with Preps., ἵεσθαι κατὰ τὴν φωνήν Hdt. 2.70; πρός τινα Id.9.78; δρόμῳ ἵεσθαι ἐς τοὺς βαρβάρους Id.6.112; ἵετ' εὐθὺ πρὸς τὰ νυμφικὰ λέχη S.OT1242; ἐς ὄρεα E.Ba.140 (lyr.); εἰς Κολωνόν Pherecr.134; ἵ. ἐπί τινα spring upon, of the lion, Arist.HA 629b24: abs., ἰδόντες ἱέμεσθα S.Ant.432; ἱέμενος ῥεῖ rushing, Pl.Cra. 420a, etc.    2 metaph., to be eager, desire to do a thing, c. inf., ἵετο γὰρ βαλέειν Il.16.383; βαλέειν δέ ἑ ἵετο θυμός 8.301; ἵετο θυμῷ τείσασθαι . . 2.589: c. gen., to be set upon, long for a thing, in part., ἱέμενοι πόλιος, νίκης, 11.168, 23.371; νόστοιο Od.15.69; λεχέων S.Tr.514 (lyr.); ἱέμενος ποταμοῖο ῥοάων setting thyself toward, Od.10.529: abs. in part., ἱέμενός περ eager though he was, 1.6, etc.

German (Pape)

[Seite 1244] (ἑω) ἱεῖσι, att. ἱᾶσι, inf. ἱέναι, ep. ἱέμεναι, ἱέμεν; im conj. schwankt die Schreibung, ἀφιῇ Plat. Rep. VII, 520 a, ἀφίῃ Euthyphr. 5 b, μεθίῃσι Il. 13, 234, gew. παρίωμεν, παρίωσι; impf. ἵην, im sing. gew. ἵουν, ἵεις, ἵει, über ἵειν s. ἀφίημι u. προίημι, ἵεν = ἵεσαν, Il. 12, 33, s. auch ξύνιον; fut. ἥσω; aor. I. ἦκα, ep. ἕηκα, im plur. aor. II. ἕμεν, ἕτε, ἕσαν, mit dem Augment εἱμεν, εἷτε, εἷσαν, inf. εἷναι; bei Hom. kommt dieser aor. II.vom simplex gar nicht vor, nur med. ἕντο; perf. εἷκα, εἷμαι, nachhomerisch; – in schnelle Bewegung setzen; – a) schicken, senden; zunächst von lebenden Wesen, τίς γάρ σε θεῶν ἐμοὶ ἄγγελον ἧκε Il. 18, 182; τοῖσι δὲ δεξιὸν ἧκεν ἐρωδιόν 10, 274; τόν ῥ' αὐτὸς Ὀλύμπιος ἧκε φόωσδε (δράκων) 2, 309; auch ἐν δὲ παρηορίῃσιν Πήδασον ἵει, er schickte den Pedasos an die Leine, spannte ihn daran, 16, 152; εἰ γάρ μ' εἰς Τάρταρον ἧκε Aesch. Prom. 154; αὐτὸν ἀπ' ἄκρας πλακός Soph. Tr. 272, schleuderte ihn; ἱέναι πέτρας ἄπο Eur. Herc. Für. 320; ἱεὶς σεαυτὸν κατὰ τοῦ τείχους Ar. Vesp. 355; selten in Prosa, συστρέψας ἑαυτὸν ὥσπερ θηρίον ἦκεν ἐφ' ἡμᾶς ὡς διαρπασόμενος Plat. Rep. I, 336 b. – b) einen leblosen Körper werfen, schleudern, bes. ein Geschoß; λᾶαν ἀεί. ρας ἧκ' ἐπιδινήσας Od. 9, 538; ὁ δ' οὐχ ἅλιον βέλος ἦκεν Il. 4, 498, vgl. 1, 382; δίσκοισι τέρποντο καὶ αἰγανέῃσιν ἱέντες Od. 4, 626; ἐπ' ἀλλήλοις ἵεσαν βέλεα Hes. Th. 684; ὀϊστόν Pind. Ol. 9, 12; ἐν δίσκοις I. 1, 25; ἀπὸ τόξου ἱείς N. 6, 29; χεροῖν ἰόν Soph. Tr. 564; δόρυ Eur. Rhes. 63; θύρσοις ἵεσαν δι' αἰθέρα Bacch. 1099; absol., mit Auslassung des Geschosses, schießen, Il. 2, 774. 17, 515 Od. 8, 203. 9, 499; Eur. I. A. 152; τῶν μεγάλων ψυχῶν ἱεὶς οὐκ ἂν ἁμάρτοις, auf sie schleudernd, schießend, Soph. Ai. 154; ἵησι τῇ ἀξίνῃ τὸν Κλέαρχον Xen. An. 1, 5, 12; vgl. Plat. Theaet. 194 a οἷον τοξότην φαῦλον ἱέντα παραλλάξαι τοῦ σκοποῦ, wenn er schießt u. verfehlt, – c) die Stimme in Bewegung setzen, ertönenlassen, einen Laut von sich geben; ὄπα τε μεγάλην ἐκ στήθεος ἵει καὶ ἔπεα Il. 3, 221; Od. 12, 192; βάγματα δύσθροον αὐδάν Aesch. Pers. 637; φωνήν Ch. 556; θρῆνον ἐκ στηθέων ἥσειν Spt. 847; ἔπος δυσθρήνητον Soph. Ant. 1196; κωκυτόν Al. 838; πᾶσαν ἵης γλῶσσαν El. 586; πάσας φθογγὰς ἱεῖσα Eur. Hec. 338; διαπρύσιον κέλαδον Hel. 1325; μηδεμίαν φωνήν Her. 2, 2; τὸν Πέρσην 'Ελλάδα γλῶσσαν ἱέντα, der hellenisch sprach, 9, 16; von Eseln, μᾶλλον πολλῷ ἵεσαν τῆς φωνῆς 4, 135; αἳ ἱᾶσι καλλίστην φωνήν Plat. Phaedr. 259 d; Rep. X, 617 b; von Instrumenten, ἄλλα μέλη τῶν χορδῶν ἱεισῶν Legg. VII, 812 d. – d) vom Wasser, ergießen, fließen lassen; Ἀξιοῦ, ὃς κάλλιστον ὕδωρ ἐπὶ γαῖαν ἵησι Il. 21, 158; mit Auslassung von ὕδωρ, ἡ δ' ἑτέρωθεν (κρήνη) ὑπ' αὐλῆς οὐδὸν ἵησιν Od. 7, 130, sprudelt hervor, vgl. 11, 239; ἵησι σεπτὸν Νεῖλος εὔποτον ῥέος Aesch. Prom. 814, vgl. Spt. 291; auch θαυμαστὸν ἵει νᾶμα παμφάγου πυρός, Eur. Med. 1187, den Feuerstrom; ähnl. Τυφῶν' ἱέντα πυρπνόον διὰ στόμα λιγνὺν μέλαιναν, der hervorschnaubt, Aesch. Spt. 475. – So auch von Thränen, bei Hom., κὰδ δὲ παρειῶν δάκρυον ἧκε χαμᾶζε, ließ auf die Erde fallen, Od. 16, 191; ἵετε δάκρυ Aesch. Ch. 150. Vgl. ἐκ δ' ἄρα χειρὸς φάσγανον ἧκε χαμᾶζε, ließ das Schwert auf die Erde fallen, Od. 22, 84; Il. 12, 205; ἧκε φέρεσθαι, ließ fallen, 21, 120 Od. 12, 442. – Vgl. auch Xen. ἧκαν ἑαυτοὺς κατὰ τῆς χιόνος εἰς τὴν νάπην, sie ließen steh hinab, An. 5, 4, 18. Und so auch sonst – e) übertr. auf trockne Dinge, bes. von Haaren, κὰδ δὲ κάρητος ἧκε κόμας, vom Haupte ließ sie die Haare herabwallen, gleichsam herabfließen, Cd. 6, 231; ἐθείρας ἵει ἀμφὶ λόφον, er ließ die Haare um den Helmknauf als Helmbusch niederwallen, Il. 19, 383. 22, 316. Vgl. ἐκ δὲ ποδοῖϊν ἄκμονας ἧκα δύο, von deinen Beinen ließ ich zwei Ambosse herabhangen, hing sie daran, Il. 15, 19; τοῖσιν δ' ἴκμενον οὖρον ἵει, günstigen Fahrwind senden, 1, 479; ἵεσαν φυγῇ πόδα, setzten den Fuß in Bewegung, Eur. Rhes. 798; ohne πόδα, ἐπὶ Κυκλώπων ἱεὶς θυμέλας I. A. 152. – Med. ἵεμαι, sich in Bewegung setzen, streben wonach, begehren, verlangen, bes. c. inf., ἵετο γὰρ βαλέειν, Il. 16, 383 u. öfter; πᾶσαι δ' ἄρ' ἵεντο αἷμα μέλαν πιέειν Hes. Sc. 251; mit dem Zusatze θυμός, θυμῷ, βαλέειν δέ ἑ ἵετο θυμός, Il. 8, 301, ὁ δὲ ἵετο θυμῷ Ἰδομενῆα βαλεῖν, 13, 386. 2, 589; c. gen., ἱέμενοι πόλιος 11, 168, νίκης 23, 371, νόστοιο Od. 15, 69; öfter οἴκαδε, ἔρεβόσδε, Τροίηνδε, 19, 187; ἵετ' εὐθὺ πρὸς τὰ νυμφικὰ λέχη Soph. O. R. 1242; Tr. 512; εἰς ὄρεα, Eur. Bacch. 140 u. öfter; ἱέμενος ῥεῖ Plat. Crat. 419 e; Phaedr. 241 b Crat. 427 a, mit der v. I. ἴεται, ἴεσθαι, s. εἶμι. – Oft bei Hom. ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο, als sie die Begierde nach Speise u. Trank aus sich herausgeschafft harten, als sie sich gesättigt hatten, eigtl. tmesis, vgl. ἐξίημι. – Das auch hierher gerechnete ἑῶμεν s. oben besonders. – [Ι der ersten Sylbe bei Hom. u. a. Ep. gew. kurz, bei Attikern mit wenigen Ausnahmen (Aesch. Spt. 310. 493 Eur. I. A. 298) lang; aber lang ist es auch bei Hom. in den Formen des praes. u. impf. med., wie in ἵει, Il. 3, 221. 16, 152, ἱεῖσαι, Od. 12, 192, nothwendig in ἱέμεν u. ἱέμεναι; so auch in den Compositis.]

Greek (Liddell-Scott)

ἵημι: ἵης, ἵησι, γ΄ πληθυντ. ἱᾶσι, Ἰων. καὶ Ἐπικ. ἱεῖσι˙ προστακτ. ἵει Ἰλ. Φ. 338, Εὐρ. Ἠλ. 594˙ ὑποτακτ. ἱῶ˙ εὐκτ. ἱείην (ὡσαύτως ἀφίοιμι Ξεν. Ἑλλ. 6. 4, 3)˙ ἀπαρ. ἱέναι˙ μετοχ. ἱείς˙ (πρόσωπά τινα τοῦ ἐνεστ. μεθιεῖς, -ιεῖ, συνιοῦσι ὡς εἰ ἐκ ῥήματος ἱέω˙ ἐντεῦθεν ὡσαύτως προστ. ἵει, ἴδε ἀνωτ.˙ ἀπαρ. συνιεῖν Θέογν. 565˙ προσέτι, ὡς εἰ ἐκ ῥήματος ἵω, γ΄ ἑνικ. ἐνεστ. ἵει Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 634, προστακτ. ξύνιε, -ίετε Θέογν. 1240, Ἀριστοφ. Εἰρ. 603): - παρατ. γ΄ ἑνικ. ἵη Ἰλ. Α. 479, γ΄ πληθυντ. ἵεσαν Εὐρ. Βάκχ. 1099, ἵεν Ἰλ. Μ. 33, ξύνιεν (κοινῶς -ιον) Α. 273˙ (ὡσαύτως, ὡς εἰ ἐξ ἐνεστ. ἱέω, ἵεις Ἀριστοφ. Σφ. 355, Ἰων. ἵεσκε (ἀν-) Ἡσ. Θ. 157)˙ περὶ ἄλλων ἀνωμάλων τύπων ἴδε ἐν λέξ. ἀνίημι, ἀφίημι: - μέλλ. ἥσω Ἰλ., Ἀττ.: ἀόρ. α΄ ἧκα, Ἐπικ. ἕηκα, ἐν χρήσει μόνον ἐν τῇ ὁριστ., Ἰλ. Ε. 125, Α. 48, ἀλλὰ τὸ πλεῖστον ἐν συνθέτοις (πρβλ. ἀν-, ἀφ-, ἐν-, καθ-, μεθ-, συνίημι): ἀόρ. β΄ ἧν, οὐδέποτε ἐν χρήσει ἐν τῇ ὁριστ. εἰμὴ ἐν συνθέτοις καὶ τότε οὐδέποτε καθ’ ἑνικ.˙ γ΄ ἑνικὸν ὑποτακτ. ᾗσι (ἕτεροι ἥσει) Ἰλ. Ο. 359˙ ἀπαρ. εἷναι Ἀριστοφ. Βάτρ. 133˙ - πρκμ. εἷκα, μόνον ἐν συνθέτοις (ἀφ-, καθ-, παρ-). - Μεσ., ἐνεστ. ἵεμαι: παρατ. ἱέμην Ἰλ. Μ. 274, Ὀδ. Χ. 304, Ἀττ.: - μέλλ. ἥσομαι (ἐν συνθέτοις μεθ-, προ-, ἐξαν-) Ἡρόδ. 5. 35, Δημ. 12. 20, Εὐρ. Ἀνδρ. 718˙ - ἀόρ. α΄ ἡκάμην (μόνον ἐν συνθέτοις προσ-, προ-): ἀόρ. β΄εἵμην, Ἐπικ. καὶ Ἰων. ἕμην, ἐξ οὗ εὑρίσκομεν τοὺς τύπους εἷτο (ἐφ-, ἀφ-), Σοφ. Φιλ. 619, Ξεν., ἕτο (συν-) Ὀδ. Δ. 76, ἕντο Ἰλ. Ι. 92, κτλ.˙ προστακτ. ἕο (ἐξ-) Ἡρόδ. 5. 39, οὗ (ἀφ-) Σοφ. Ο. Τ. 1521˙ ὑποτακτ. ὧμαι (συν-) Ἰλ. Ν. 381˙ εὐκτ. εἵμην (ἀφ-) Ἀριστοφ. Ὄρν. 628, ἢ οἵμην (προ-) Πλάτ. Γοργ. 520C˙ ἀπαρ. ἕσθαι (προσ-) Ἀριστοφ. Σφ. 742˙ μετοχ. ἕμενος (προ-) Ἰσοκρ., κλ.: - Παθ., μέλλ. ἑθήσομαι (ἀν-) Θουκ. 8. 63: ἀόρ. εἵθην (μόνον ἐν συνθέτοις ἀφ-, καθ-, παρ-)˙ πρκμ. εἷμαι (μόνον ἐν συνθέτοις˙ γ΄ πληθ. ἀνέωνται Ἡρόδ. 3. 165, ἀφέωνται ἐν τῇ Καιν. Διαθ.): ὑπερσ. εἵμην. - Του Παθ. καὶ Μέσ. ὁ Ὅμ. ἔχει μόνον ἐνεστ., παρατ. καὶ γ΄ πληθ. Μέσ. ἀορ. β΄ ἕντο. Καθόλου ἐν τῷ σχηματισμῷ τὸ ἵημι συμφωνεῖ πρὸς τὸ τίθημι. - Πολλοὶ τῶν χρόνων, ὡς ἀνωτέρω ἐσημειώθη, ἀπαντῶσι μόνον ἐν τοῖς συνθέτοις˙ καὶ πολλαὶ ποικιλίαι ἰδιάζουσι μόνον εἰς σύνθετά τινα, ὡς π.χ. ὁ Ἐπικ. μέλλ. ἀνέσω, ὁ ἀόρ. α΄ ἄνεσα, ὁ παρκ. ἀνέωνται, ἐκ τοῦ ἀνίημι, καὶ ὁ παρατ. ἠφίουν καὶ πρκμ. ἀφέωνται ἐκ τοῦ ἀφίημι, κτλ. (Ἐκ τῆς √ Ἱ. ἥτις εἶναι ἐπιτεταμένος τύπος τῆς ῥίζης Ἰ (ὁπόθεν τὸ εἶμι), ἐπὶ μεταβ. σημασ.˙ πρβλ. Σανσκρ. İ, yâ (ire), ὅπερ μετὰ ἀναδιπλασιασμοῦ θὰ ἦτο yi-yâmi, = ἵημι). Τὸ ι παρ’ Ὁμ. καὶ τοῖς Ἐπικ. εἶναι βραχύ, μακρὸν δὲ παρ’ Ἀττ.˙ ἀλλ’ ἔτι καὶ παρ’ Ὁμ. ἐνίοτε μακρὸν χάριν τοῦ μέτρου, π.χ. ἵει Ἰλ. Γ. 221, κτλ.˙ ἱεῖσαι Ὀδ. Μ. 192˙ οὕτως ἐν ἀπαρ. ἱέμεν, ἱέμεναι, μετοχ. ἱέμενος, καὶ ἐν ἄλλοις σχηματισμοῖς, οἵτινες δὲν δύνανται ἄλλως νὰ σταθῶσιν ἐν ἑξαμέτρ., ὡς ἀνίετε. Τἀνάπαλιν ῐ ἐνίοτε παρ’ Ἀττ. ῐησιν Αἰσχύλ. Θήβ. 310, ῐέντα αὐτόθι 493, ἱείς, ῐεῖσα Εὐρ. Ι. Τ. 298, Ι. Α. 1101, Ἑκ. 338˙ ῐεῖσαν Ἱκέτ. 281˙ ἔτι καὶ παρὰ τοῖς Κωμ. συνῐημι Ἀριστοφ. Ὄρν. 946, Στράτων ἐν «Φοινικίδῃ» 1, 3˙ ῐεὶς ἴδε Meineke Κωμ. 4. 652. Ριζικὴ σημασία: θέτω εἰς κίνησιν, κάμνω τι νὰ κινηθῇ, οὕτω δὲ εἶναι τὸ μεταβ. τοῦ εἶμι, ἧκα… πόδας καὶ χεῖρας φέρεσθαι (πρβλ. κατωτ. 3) Ὀδ. Μ. 442˙ οὕτως ἱ. πόδα Εὐρ. Ρῆσ. 798˙ χέρας Ἀνθ. Π. 6. 220. - Αὕτη ἡ ἔννοια μεταβαίνει εἰς σημασίας ποικίλων ἀποχρώσεων: 1) πέμπω, ἀποστέλλω, ἰδίως ἐπὶ ἐμψύχων, τίς γάρ σε θεῶν ἐμοὶ ἄγγελον ἧκε; Ἰλ. Σ. 182˙ Αἰνείαν... ἐξ ἀδύτοιο ἧκε Ε. 512˙ ἐπὶ οἰωνῶν πεμπομένων ὑπὸ τῶν θεῶν, τοῖσι δὲ δεξιὸν ἧκεν ἐρωδιὸν Κ. 274, πρβλ. Β. 309., Θ. 247˙ ἔλαφον... εἰς ὁδὸν αὐτὴν ἧκεν Ὀδ. Κ. 158˙ ἱέναι τινὰ πέτρας ἄπο, ῥίπτειν τινὰ κάτω ἀπὸ τῆς πέτρας, Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 320, πρβλ. Σοφ. Τρ. 273˙ - ἐπὶ πραγμάτων ἀψύχων, τοῖσιν δ’ ἴκμενον οὖρον ἵει ἑκάεργος Ἀπόλλων Ἰλ. Α. 479˙ σέλας, τέρας, ἐέρσην, κλ. 2) ἐπὶ ἤχου, φωνῆς, λέξεων καὶ τῶν τοιούτων, ἐκπέμπω, προφέρω, ὄπα Ἰλ. Γ. 152, Ὀδ. Μ. 192· ὄπα ἐκ στήθεος, ἔπεα Ἰλ. Γ. 221. 222· γλῶσσαν Ἡρόδ. 1. 57· Ἑλλάδα γλῶσσαν 1., λαλεῖν Ἑλληνιστί, ὁ αὐτ. 9. 19· Δωρίδα γλῶσσαν Θουκ. 3. 112· φωνὴν Παρνησίδα Αἰσχύλ. Χο. 563· δύσθροα βάγματα ὁ αὐτ. ἐν Πέρσ. 635· θρῆνον ἐκ στήθεος ὁ αὐτ. ἐν Θήβ. 865· μέγαν κωκυτὸν Σοφ. Αἴ. 851, κτλ.· πᾶσαν ἵης γλῶσσαν, ποιητ. ἀντὶ πᾶσαν φωνὴν ἵης, ὁ αὐτ. ἐν Ἠλ. 596· ἀφώνως, ἀλόγως τὸ τᾶς εὐφάμου στόμα φροντίδος ἱέντες, δηλ. κινοῦντες τὰ χείλη ἡμῶν ἄνευ φωνῆς ἢ λέξεων μετὰ σιωπηλῆς ἀφοσιώσεως, Σοφ. Ο. Κ. 133· πᾶσαν (τὸ λεγόμενον) φωνὴν ἱέντα Πλάτ. Νόμ. 890D· ἧκε, ἀπολ. (ἐξυπακ. τοῦ φωνὴν), Πλούτ. 2. 973D, Wytt. ἐν Ἐπιστ. Κριτ. σ. 253· - ἐπὶ μουσικῶν ὀργάνων, ἄλλα μέλη τῶν χορδῶν ἱεισῶν Πλάτ. Νόμ. 812D. 3) ἐκπέμπω, ῥίπτω, ἐκτινάσσω, ἐξακοντίζω, ὡς τό ἐφιέναι, λᾶαν, βέλος δόρυ, κτλ., Ὀδ. Ι. 538, Ἰλ. Δ. 498· κτλ.· ποταμόνδε λαβών ποδὸς ἧκε φέρεσθαι, λαβὼν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ποδὸς τὸν ἔρριψεν εἰς τὸν ποταμὸν νὰ φέρηται ὑπ’ αὐτοῦ, Φ. νὰ φέρηται ὑπ’ αὐτοῦ, Φ. 120· Μηριόνης δ’ ἀπιόντος ἵει χαλκήρε’ ὀϊστόν καί ῥ’ ἔβαλε γλουτὸν κατὰ δεξιὸν Ν. 650· ἐπ’ ἀλλήλοις ἵεσαν βέλεα Ἡσ. Θ. 684· οὕτω Πίνδ., κτλ. β) μετά δοτ. τοῦ ὀργάνου, ἵησι τῇ ἀξίνῃ, ἵησι βλῆμα τῇ ἀξίνῃ (κατὰ Κλεάρχου δηλ.), ἐπιτίθεται ῥίπτων κατ’ αὐτοῦ τὴν ἀξίνην, Ξεν. Ἀν. 1. 5, 12· τοιαύτη φαίνεται ἡ σύνταξις καὶ τοῦ Ὁμηρικοῦ χωρίου, δίσκοισιν τέρποντο καί αἰγανέῃσιν ἱέντες Ἰλ. Β. 774, Ὀδ. Δ. 626, Ρ. 168. γ) ἡ αἰτ. συχνάκις παραλείπεται, ὥστε τὸ ἵημι ἐνίοτε φαίνεται ἀμετάβ., τόσσον γάρ ἵησιν Ι. 499, πρβλ. Θ. 203, Ἰλ. Ρ. 515. κλτ.· ὡσαύτως παρὰ πεζολόγοις, Πλάτ. Θεαίτ. 194Α. Ξεν. Ἀν. 3. 4, 17· μετὰ γεν. ἀντικειμ., τῶν μεγάλων ψυχῶν ἱεὶς οὐκ ἂν ἁμάρτοις, ῥίπτων τό βέλος σου κατὰ τῶν ἐξόχων ψυχῶν δὲν θὰ ἀποτύχῃς, Σοφ. Αἴ. 154· ἐπὶ σκοπὸν Ξεν. Ἀγησ. 1. 25. 4) ἐπὶ ῥεύματος ποταμοῦ, κάμνω αὐτὸ νὰ χύνεται πρός τι μέρος, ἐννῆμορ δ’ ἐς τεῖχος ἵει ῥόον, «ἐπὶ ἐννέα δὲ ἡμέρας ἐπὶ τὸ τεῖχος ἔπεμπε τὸ ῥεῦμα» (Θ. Γαζῆς), Ἰλ. Μ. 25· Ἀξιοῦ, ὃς κάλλιστον ὕδωρ ἐπὶ γαῖαν ἵησι Φ. 158· ἔνθα Βυβλίνων ὀρῶν ἄπο ἵησι σεπτὸν Νεῖλος εὔποτον ῥέος Αἰσχύλ. Πρ. 812· ὡσαύτως παραλειπομένου τοῦ ὕδωρ, ποταμὸς ἐπὶ γαῖαν ἵησιν, ὁ ποταμὸς χύνει τὰ ῥεύματά του ἐπὶ τῆς γῆς, Ὀδ. Λ. 239· κρήνη ἵησιν Η. 130· - ἐπί δακρύων, δάκρυον ἧκε χαμᾶζε Π. 191· - ἐπὶ τοῦ πυρὸς, ἵει νᾶμα παμφάγου πυρὸς Εὐρ. Μήδ. 1187, πρβλ. Αἰσχύλ. Θήβ. 493. 5) κάμνω τι νὰ πίπτῃ κάτω, κὰδ δὲ κάρητος ἧκε κόμας Ὀδ. Ζ. 231· ἐθείρας ἵει ἀμφὶ λόφον Ἰλ. Τ. 383, Χ. 316· ἐκ δὲ ποδοῖιν ἄκμονας ἧκα δύω, ἐκρέμασα δύο ἄκμονας ἐκ τῶν δύο ποδῶν του, Ο. 19· ἐκ δ’ ἄρα χειρὸς φάσγανον ἧκε χαμᾱζε, ἀφῆκε νὰ πέσῃ χαμαί, Ὀδ. Χ. 84, πρβλ. Ἰλ. Μ. 205· οὕτω παρ’ Ἀττ., αὑτὸν ἱέναι ἀπὸ τοῦ τείχους Ἀριστοφ. Σφ. 355· ἧκαν ἑαυτούς, ἔρριψαν ἑαυτούς, Ξεν. Ἀν. 4. 5, 18. 6) καθόλου, βάλλω, θέτω ἐν δέ τε φάρμακον ἧκε Ὀδ. Κ. 317 (πρβλ. ἐνίημι). ΙΙ. Μέσ., πέμπω ἐμαυτόν, σπεύδω, συχνὸν κατὰ μετοχ. μετ’ ἐπιρρ., οἴκαδε, ἐρεβόσδε, πρόσω ἱέμενος, σπεύδων, Ὅμ.· ἱέμενος Τροίηνδε Ὀδ. Τ. 187· οὕτως, ἵεσθαι κατὰ τὴν φωνὴν Ἡρόδ. 2. 70· πρός τινα 9. 78· δρόμῳ ἵεσθαι ἐπί τινα 6. 112· καὶ παρ’ Ἀττ., ἵετ’ εὐθύ πρὸς λέχη Σοφ. Ο. Τ. 1242· εἰς ὄρεα Εὐρ. Βάκχ. 140· εἰς Κολωνὸν ἱέμην Φερεκρ. ἐν «Πετάλῃ» 1· ὁ λέων ἵεται ἐπί τὸν βαλόντα Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 44. 5· - ἀπολ., ἱέμενος ῥεῖ Πλάτ. Κρατ. 419Ε, κτλ. 2) μεταφ., σπεύδω, ἐπιθυμῶ, προθυμοῦμαι νὰ πράξω τι, μετ’ ἀπαρεμφ., ἵετο γάρ βαλέειν Ἰλ. Π. 383· βαλέειν δὲ ἵετο θυμός, «προεθυμεῖτο, ὥρμα» (Σχόλ.), Θ. 301, πρβλ. Ν. 386· ὡσαύτως, ἵετο θυμῷ Β. 589, κ. ἀλλ.·- μετὰ γεν., σφόδρα ἐπιθυμῶ τι, κατὰ μετοχ., ἱέμενοι πόλιος, νίκης Λ. 168, Ψ. 271, πρβλ. Σοφ. Τρ. 514· ἱέμενος ποταμοῖο ῥοάων, Ὀδ. Κ. 529, πρβλ. Nitzsch ἐν Ὀδ. Α. 58· - ἀπολ. κατὰ μετοχ., ἱέμενός περ, «καίπερ προθυμούμενος» (Σχόλ.), Ὀδ. Α. 6, κτλ. 3) τό γ΄ πληθ. τοῦ μέσ. ἀορ. β΄ ἕντο εὕρηται παρ’ Ὁμ. μόνον ἐν τῇ φράσει, ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο, ἀφοῦ ἀπέβαλον τὴν ἐπιθυμίαν φαγητοῦ καὶ ποτοῦ, δηλ. ἀφοῦ ἔφαγον καὶ ἔπιον καλῶς, τὸ τοῦ Οὐεργιλίου postquan exempta fames epulis: - τινὲς ἐκλαμβάνουσιν ἐπὶ τῆς αὐτῆς σημασίας τὸ ἐν Ἰλ. Τ. 402 χωρίον, ἐπεί χ’ ἑῶμεν πολέμοιο, ἀλλ’ ἴδε ἐν λέξει ἑῶμεν.

French (Bailly abrégé)

impf. ἵην, f. ἥσω, ao. ἧκα, seul. au sg. et à l’ind. ; ao.2 seul. au pl. ἕμεν, ἕτε, ἕσαν, ou avec augm. εἷμεν, εἷτε, εἷσαν ; pf. εἷκα;
Pass. ao. ἕθην, att. εἵθην, pf. εἷμαι;
I. tr. 1 mouvoir en avant : ἵ. πόδας καὶ χεῖρε φέρεσθαι OD mouvoir les pieds et les mains pour se porter en avant;
2 envoyer, lancer, jeter : ἄγγελόν τινι IL envoyer un messager à qqn ; ἴκμενον οὖρόν τινι IL envoyer à qqn un vent favorable ; en parl. de fleuves, de sources ῥόον IL, ῥέος ESCHL, ὕδωρ IL envoyer un courant, de l’eau ; en parl. du feu λιγνύν ESCHL envoyer, jeter de la suie ; en parl. du son ἔπεα IL lancer des paroles ; ὄπα IL faire entendre une parole ; Ἑλλάδα γλῶσσαν HDT, Δωρίδα γλῶσσαν THC parler grec, parler dorien ; θρῆνον ESCHL, κωκυτόν SOPH faire entendre des lamentations, des gémissements ; abs. ἧκε (s.e. φωνήν) PLUT il fit entendre sa voix;
3 avec idée d’hostilité λᾶαν OD, βέλος IL lancer une pierre, un trait ; τὸν δὲ ποταμόνδε ἧκε φέρεσθαι IL il le lança dans le fleuve, pour qu’il fût emporté par les flots ; ἀπιόντος ἵει ὀϊστόν IL il frappa d’une flèche l’ennemi qui s’éloignait ; τινα ἀξίνῃ XÉN frapper qqn d’une hache ; fig. τῶν μεγάλων ψυχῶν ἱείς SOPH s’attaquant aux grandes âmes ; abs. lancer un trait : ἵ. ἐπὶ σκόπον XÉN au but;
4 laisser tomber : ἐκ χειρὸς φάσγανον OD son couteau de sa main ; κόμας OD laisser flotter sa chevelure;
II. intr., ou s.e. ἑαυτόν seul. poét. (les Att. emploient en ce sens les composés de ἱέναι);
se jeter, s’élancer, s’épancher : ποταμὸς ἐπὶ γαῖαν ἵησιν OD le fleuve se répand sur la terre ; κρήνη ἵησιν OD la source s’épanche ; ποῖ δ’ ἥσω ; EUR où diriger mes pas ?;
Moy. ἵεμαι (impf. ἱέμην, rar. ao. ἡκάμην, plus souv. ao.2 ἕμην, att. εἵμην);
1 s’élancer, se lancer, se porter vers : οἴκαδε, ἄστυδε, Τροίηνδε OD se porter, se hâter vers la maison, la ville, Troie ; avec le gén. : ἵ. πόλιος IL s’élancer vers la ville ; πρός τινα, ἐπί τινα, vers qqn;
2 fig. se porter de désir vers, désirer, souhaiter, gén. ; avec un inf. : βαλέειν δέ ἑ ἵετο θυμός IL il souhaitait ardemment en son cœur de l’atteindre.
Étymologie: R. Ἑ > avec redoubl. ἱη-.

English (Autenrieth)

ἵησι, 3 pl. ἱεῖσι, inf. ι<<><>>έμεναι, part. ἱέντες, ι<<><>>εῖσαι, imp. ἵει, ipf. ἵει, 3 pl. ἵεν, fut. ἥσω, aor. ἧκα, ἕηκα, 3 pl. ἧκαν and ἕσαν, subj. ᾗσιν, opt. εἵην, inf. εἷναι, mid. pres. ἵεται, imp. ἵεσθε, part. ι<<><>>εμενος, ipf. ἵετο, ἵεντο, aor. 3 pl. ἕντο: let go, i. e. set in motion of any sort.—I. act., send, ἄγγελόν τινι, Il. 18.182; put to anything, as harness, Il. 16.152; throw, let fly, μετὰ (adv.) δ' ἶὸν ἕηκεν, ‘in among them,’ Il. 1.48; so ‘let fallanything, as tears, a sword from the hand, ‘let down’ the hair, ‘let on’ water, Il. 12.25, and of the river itself ‘rolling’ its waters (thus, intrans., Od. 11.239, Od. 7.130); metaph., of ‘dismissing,’ i. e. by satisfying, a desire, ἔρον, Il. 13.638; ‘inspiring’ one with force, Il. 5.125; ‘laying’ misfortune on one, Il. 10.71. The applications of the word are very numerous, but always distinct if the fundamental signification be held in mind. The ground-meaning, as may be seen from the examples, usually gets a specific turn from the context, esp. by means of adverbs (ἐν, ἐξ, κατά, μετά, etc.).—II. mid., set oneself in motion at something (τινός), ἱέμενος ποταμοῖο ῥοάων, ‘giving thyself a direction’ toward Oceanus, Od. 10.529; so ‘press on,’ ‘hasten,’ Il. 13.707, Il. 12.274; met., with and without θῦμῷ, ‘strive after’ (τινός), ‘be eager,’ Il. 23.371 ; θῦμός, Il. 8.301; freq. phrase, ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο, had dismissed ‘from themselves,’ Il. 1.469, Od. 1.150.

English (Slater)

ῐημι (ἵει impv.; ἱείς, ἱέντ(α), ἱέντες: impf. εσαν, ᾰεν: med. ἶέμενοι, cf. Ed. Hermann, Sprachwiss. Komm. zu ausgew. Stücken aus Hom., Heidelberg, 1965̆{2}, 26.)
   a act. let go, shoot τίνα βάλλομεν ὀιστοὺς ἱέντες (O. 2.90) πτερόεντα δ' ἵει γλυκὺν Πυθῶνάδ ὀιστόν (O. 9.11) ἐμὲ δ' εὐθὺν ἀκόντων ἱέντα ῥόμβον (O. 13.94) ἔλπομαι μέγα εἰπὼν σκοποῦ ἄντα τυχεῖν ὥτ' ἀπὸ τόξου ἱείς (N. 6.28) οἷά τε χερσὶν ἀκοντίζοντες αἰχμαῖς, καὶ λιθίνοις ὁπότ' λτ;ἐνγτ; δίσκοις ἵεν (loc. susp.) (I. 1.25) ]ἱέντ' ε[ fr. 6a. f. met., utter, χαίρω δὲ πρόσφορον ἐν μὲν ἔργῳ κόμπον ἱείς (N. 8.49) πολὺν ῥόθον ἵεσαν ἀπὸ στομ[άτων] Ἐλείθυιά τε καὶ Λάχεσις (Pae. 12.16)
   b med. rush, push ἐς δὲ κίνδυνον βαθὺν ἰέμενοι (ἱέμενοι edd. vulg.) (P. 4.207) [
   c in tmesis, v. ἐνίημι.]

Spanish

lanzar, arrojar

Greek Monolingual

ἵημι (Α)
1. κινώ, βάζω κάτι σε κίνηση, κάνω κάτι να κινηθεί γρήγορα («ἧκα πόδας καὶ χεῑρε φέρεσθαι», Ομ. Οδ.)
2. αφήνω κάτι να πέσει κάτω (α. «κὰδ δὲ κάρητος ἧκε κόμας» — άφησε τα μαλλιά να κρέμονται από το κεφάλι, Ομ. Οδ.)
3. στέλνω, αποστέλλω
4. βγάζω φωνή, προφέρω, μιλώ (α. «Ἑλλάδα γλῶσσαν ἵημι» — μιλώ Ελληνικά, Ηρόδ.
β. «ἀλόγως τὸ τᾱς εὐφάμου στόμα φροντίδος ἱέντες» — κινώντας τά χείλη μας χωρίς φωνή, αλλά με σιωπηλή αφοσίωση, Σοφ.)
4. (για μουσικά όργανα) ηχώ
5. ρίχνω, εκσφενδονίζω, εξακοντίζω, τοξεύω
6. (με γεν.) ρίχνω εναντίον κάποιου
7. (για ρεύμα ποταμού, δάκρυα, φωτιά ή καπνό) αφήνω να κυλά, χύνω, κάνω να τρέχει
8. τοποθετώ, βάζω «ἐν δέ τε φάρμακον ἧκε», Ομ. Οδ.)
9. μέσ. ἵεμαι
α) ορμώ, σπεύδω
β) μτφ. επιδιώκω κάτι, προθυμοποιούμαι να κάνω κάτι
γ) (με τη λ. θυμός) έχω στον νου μου κάτι, προτίθεμαι («βαλέειν δὲ ἑ ἵετο θυμός», Ομ. Ιλ.)
δ) (κυρίως με γεν.) επιθυμώ έντονα, ποθώ κάτι («ἱέμενοι νίκης», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < -η-μι < yi-yē-mi με σίγηοη του ενδοφωνηεντικού -y- και τροπή του αρκτικού y- σε δασεία. Ο αόρ. ἕηκα, ἧκα του ρ. αντιστοιχεί στον λατ. αόρ. iē-ci «έριξα», τόσο μορφολογικά όσο και σημασιολογικά, και ανάγεται σε IE yē- / 1, απ' όπου ελλ. yi-yē-mi > -η-μι και λατ. yә-cio > ia-cio. Πιθ. ο ενεστωτικός τ. ἵημι να σχηματίστηκε απευθείας από το ἧκα, αναλογικά προς το τίθημι - ἔθηκα. Κατ' άλλη άποψη, ο τ. ἵημι προέρχεται όχι από yē αλλά από se- «ρίχνω, πετώ», απ' όπου λατ. ρ. se-ro «σπέρνω». Η τελευταία αυτή άποψη, μολονότι προσκρούει στο ότι η ρίζα se- απαντά στις δυτικές ΙΕ γλώσσες και με τη σημ. «σπέρνω», ενισχύεται από την ύπαρξη του αρμεν. τ. himn «βάση» (< IE sē-mn, πρβλ. και ελλ. ἧμα), με αποτέλεσμα να θεωρείται το ἵημι προϊόν συμφύρσεως τών ριζών se- και yē-k. Στη μυκηναϊκή, τέλος, απαντά τ. ijesi «ἵενσι» και πιθ. ijeto «ἵετο». Ορισμένοι ρηματικοί τ. του ἵημι, και ειδικά ο παθ. μέλλων, ο παθ. αόρ. και οι παρακείμενοι, ὅπως και πολλά παράγωγά του, μαρτυρούνται συχνότερα ή μόνο με προθέσεις παρά απλά (πρβλ. αφείκα, αφείθην, άνετος, εφέτης). Το ρ. εμφανίζεται στη Νέα Ελληνική μόνο ως β' συνθετικό (πρβλ. αφήνω) και κυρίως στη μέσ. φωνή (πρβλ. ενίεμαι, επαφίεμαι).
ΠΑΡ. αρχ. έσις (βλ. άφεση), ήμα, ήμων.
ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό) αρχ. ανίημι, ανταφίημι, αντεπαφίημι, απομεθίημι, αποπροΐημι, αφίημι, διαμεθίημι, διανίημι, διαφίημι, διενίημι, διεξίημι, διίημι, διυφίημι, εισαφίημι, εισίημι, εισκαθίημι, εκπροΐημι, εναφίημι, ενίημι, εξανίημι, εξαφίημι, εξεφίημι, εξίημι, επανίημι, επαφίημι, επενίημι, επικαθίημι, επιπροΐημι, εφίημι, καθίημι, καθυφίημι, καταφίημι, μεθίημι, παρακαθίημι, παραμεθίημι, παρανίημι, παραφίημι, παρεξίημι, παρίημι, προανίημι, προαφίημι, προενίημι, προεπαφίημι, προεφίημι, προΐημι, προκαθίημι, προμεθίημι, προσανίημι, προσαφίημι, προσενίημι, προσίημι, προσσυνίημι, συγκαθίημι, συμπροΐημι, συνανίημι, συναφίημι, συνεπαφίημι, συνεφίημι, συνίημι, υπανίημι, υπερανίημι, υπερίημι, υποκαθίημι, υφίημι].

Greek Monotonic

ἵημι: ἵης, ἵησι, γʹ πληθ. ἱᾶσι, Ιων. ἱεῖσι· προστ. ἵει, υποτ. ἱῶ, ευκτ. ἱείην, απαρ. ἱέναι, Επικ. ἱέμεναι, ἱέμεν· μτχ. ἱείς· γʹ ενικ. παρατ. ἵη (επίσης, βʹ ενικ. ἵεις, όπως αν προερχόταν από ενεστ. ἱέω), γʹ πληθ. ἵεσαν· αόρ. αʹ ἧκα, Επικ. ἕηκα, μόνο στην οριστ.· αόρ. βʹ ἧν, ποτέ στην οριστ.· Επικ. γʹ ενικ. υποτ. ᾗσι, απαρ. εἷναι, παρακ. εἷκα — Μέσ., ενεστ. ἵεμαι, παρατ. ἱέμην, μέλ. ἥσομαι, αόρ. βʹ εἵμην, Επικ. και Ιων. ἕμην, γʹ πληθ. ἕντο· προστ. ἕο, υποτ. ὧμαι, ευκτ. εἵμην ή οἵμην, απαρ. ἕσθαι· μτχ. ἕμενος — Παθ., μέλ. ἑθήσομαι, αόρ. αʹ εἵθην, παρακ. εἷμαι·
I. Ριζική σημασία, θέτω σε κίνηση, κάνω κάτι να κινηθεί, ως μτβ. του εἶμι (Λατ. iboἧκα πόδας καὶ χεῖρε φέρεσθαι, σε Ομήρ. Οδ.· ἵημι πόδα, σε Ευρ.
1. στέλνω, πέμπω, αποστέλλω, σε Όμηρ. κ.λπ.
2. λέγεται για ήχους, εκπέμπω, προφέρω, ξεστομίζω, στον ίδ. κ.λπ.· Ἑλλάδα γλῶσσαν ἵημι, μιλώ Ελληνικά, σε Ηρόδ.· φωνὴν Παρνησίδα, σε Αισχύλ.· τὸ τᾶς εὐφάμου στόμα φροντίδος ἱέντες, δηλ. μιλώντας όχι με λέξεις, αλλά με τη σιωπηλή αφοσίωση, κινώντας τα χείλη μας χωρίς φωνή ή λέξεις, αλλά με σιωπηλή αφοσίωση, σε Σοφ. 3. α) εκπέμπω, ρίχνω, εκτινάσσω, εξακοντίζω, λέγεται για πέτρες ή ακόντια, σε Όμηρ.· με γεν. προσ., ρίχνω ή βάλλω εναντίον κάποιου, σε Ομήρ. Ιλ. β) όπως το βάλλειν, με δοτ. οργάνου, ἵησι τῇ ἀξίνῃ, επιτίθεται εναντίον του (Κλεάρχου) με το τσεκούρι του, την αξίνα του, σε Ξεν. γ) η αιτ. συχνά παραλείπεται, έτσι ώστε το ἵημι μοιάζει μερικές φορές αμτβ., ρίχνω, σε Όμηρ.· με γεν. αντικειμενική, τῶν μεγάλων ψυχῶν ἱείς, ρίχνοντας το βέλος (σου) κατά των διαπρεπών ψυχών, σε Σοφ.
4. λέγεται για το νερό, αφήνω να κυλήσει, το κάνω να ρέει ή να χύνεται, σε Ομήρ. Ιλ., Αισχύλ. κ.λπ.· σε άλλες περιπτώσεις, η λέξη ὕδωρ παραλείπεται, ποταμὸς ἐπὶ γαῖαν ἵησιν, το ποτάμι χύνεται πάνω στη στεριά, σε Ομήρ. Οδ.· επίσης, λέγεται για τη θάλασσα, σε Ευρ.
5. αφήνω κάτι να πέσει κάτω, κὰδ δὲ κάρητος ἧκε κόμας, έκανε τους πλοκάμους του (τις μπούκλες των μαλλιών του) να πέσουν από το κεφάλι, σε Ομήρ. Οδ.· ἐκ δὲ ποδοῖιν ἄκμονας ἧκα δύω, άφησα δύο άκμονες να κρέμονται από τα δύο του πόδια, στο ίδ.· ἧκαν ἑαυτούς, έριξαν τους εαυτούς τους, σε Ξεν.
II. 1. Μέσ., στέλνω τον εαυτό μου, σπεύδω, οἴκαδε ἱέμενος, πηγαίνοντας με βιασύνη, σπεύδοντας, σε Όμηρ.· ἱέμενος Τροίηνδε, σε Ομήρ. Οδ.· ομοίως, δρόμῳ ἵεσθαι ἐπί τινα, σε Ηρόδ. κ.λπ.
2. μεταφ., επιθυμώ, προθυμοποιούμαι να κάνω κάτι, με απαρ., ἵετο γὰρ βαλέειν, σε Ομήρ. Ιλ.· με γεν., επιθυμώ, επιδιώκω έντονα κάτι, ἱέμενοι νίκης, στο ίδ.· απόλ. στη μτχ., ἱέμενός περ, αν και ήταν πρόθυμος, σε Ομήρ. Οδ.
3. γʹ πληθ. Μέσ. αορ. βʹ ἕντο, χρησιμ. από τον Όμηρ., μόνο στην έκφραση, ἐπεὶπόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο, αφού απέβαλαν, έσβησαν την επιθυμία για φαγητό και ποτό, δηλ. αφού ήπιαν και έφαγαν αρκετά, βλ. Βιργ. postquam exempta fames epulis.

Russian (Dvoretsky)

ἵημι: (у Hom. преимущ. ῐ, атт. преимущ. ῑ) (impf. ἵην и ἵειν, conjct. ἱῶ, opt. ἱείην, fut. ἥσω, aor. ἧκα, aor. conjct. ὧ, aor. opt. εἵην, pf. εἷκα, ppf. εἵκειν, inf. praes. ἱέναι, inf. aor. 2 εἷναι, imper. praes. ἵει, imper. aor. 2 ἕς, part. praes. ἱείς, part. aor. 2 εἵς; med.: praes. ἵεμαι, impf. ἱέμην, aor. 2 εἵμην, praes. conjct. ἱῶμαι, aor. 2 conjct. ὧμαι, praes. opt. ἱείμην, aor. 2 opt. εἵμην, pf. med.-pass. εἷμαι, ppf. med.-pass. εἵμην, part. praes. ἱέμενος, part. aor. 2 ἕμενος, imper. praes. ἵεσο, imper. aor. 2 οὗ, inf. praes. ἵεσθαι, inf. aor. ἕσθαι; pass.: aor. 1 εἵθην - эп. ἕθην, fut. 1 ἑθήσομαι, adj. verb. ἑτός)
1) слать, посылать, отправлять (ἴκμενον οὖρόν τινι, τινὶ ἄγγελόν τινα Hom.): δεξιὸν ἐρωδιὸν εἷναί τινι Hom. послать кому-л. цаплю с правой стороны, т. е. благоприятное знамение;
2) двигать, направлять: ἱ. φυγῇ ἵππων πόδα Eur. погнать лошадей вскачь;
3) погонять, т. е. ехать (ἐπὶ Κυκλώπων θυμέλας = εἰς Μυκήνας Eur.);
4) (тж. ἵ. φέρεσθαι Hom.) бросать, сбрасывать, низвергать, сталкивать (τινὰ εἰς Τάρταρον Aesch.; τινὰ ἀπ᾽ ἄκρας πλακός Soph.; πέτρας ἄπο Eur.): τὸν Ἀχιλεὺς ποταμόνδε ἧκε φέρεσθαι Hom. его (убитого Полидора) Ахилл столкнул в реку; ἧκα ἐγὼ πόδας καὶ χεῖρε φέρεσθαι Hom. я бросился (вниз), раскинув руки и ноги; οἱ πολέμιοι ἧκαν ἑαυτοὺς κατὰ τῆς χιόνος εἰς τὴν νάπην Xen. противники бросились (вниз) по снегу в долину;
5) пускать, метать, кидать (λᾶαν, ὀϊστόν Hom.; βέλεα ἐπί τινι Hes.; δόρυ Eur.; κομήτην ἰόν Soph.): ἱ. τῇ ἀξίνῃ Xen. пускать топором (в кого-л.); συνάραξε νήϊα δοῦρα τόσσον γὰρ ἵησιν Hom. (Киклоп) разбил бы доски (нашего) корабля: настолько далеко он бросает (камни);
6) метать копья, пускать стрелы, стрелять (ἐπὶ σκοπόν, v. l. ἐπὶ στόχον Xen.): ἥσω καὶ ἐγώ Hom. метну копье и я; ἱ. τινός Soph. стрелять в кого-л.;
7) med. (тж. ἵεσθαι θυμῷ Hom.) стремиться, жаждать (βαλεῖν τινα Hom.): ἱέμενος πόλιος Hom. рвущийся в город; ἱέμενος νίκης Hom. жаждущий победы; ἱέμενος νόστοιο Hom. жаждущий возвращения домой;
8) med. устремляться, спешить (οἴκαδε Hom.; εἰς ὄρεα Eur.; ἐπὶ τὸν βαλόντα Arst.): ἵμερος ἱέμενος ῥεῖ Plat. желание течет неудержимым потоком (этимологическая игра слов);
9) спускать, т. е. привешивать: ἱ. κόμας Hom. зачесывать вниз или распускать волосы; ἐθείρας ἱ. ἀμφὶ λόφον Hom. окружить гребень шлема спускающейся гривой, т. е. приделать к шлему ниспадающий султан; ἔκ τινος ἄκμονας δύω ἱ. Hom. привязать к чему-л. две наковальни;
10) привязывать, впрягать (ἵππον ἐν παρηορίῃσιν Hom.);
11) издавать, испускать (ὄπα κάλλιμον Hom.; φωνήν Aesch., Plut.; διαπρύσιον κέλαδον Eur.; ἄλλα μέλη, sc. τῶν χοροῶν Plat.);
12) произносить (ἔπεα Hom.; ἔπος δυσθρήνητον Soph.);
13) говорить: Ἑλλάδα γλῶσσαν ἱ. Her. говорить на греческом языке; πᾶσαν γλῶσσαν ἱ. Soph. кричать во все горло; τὸ τᾶς εὐφήμου στόμα φροντίδος ἱ. Soph. говорить устами благоговейной мысли, т. е. безмолвно молиться;
14) лить, изливать: (Ἀξιός), ὃι; ὕδωρ ἐπὶ γαῖαν ἵησιν Hom. (река) Аксий, который несет свои воды по (фракийской) земле;
15) изливаться, струиться, течь: Ἐνιπεύς, ὃς πολὺ κάλλιστος ποταμῶν ἐπὶ γαῖαν ἵησιν Hom. Энипей, прекраснейшая из рек, текущих на земле; ἵει νᾶμα πυρός Eur. течет огненный поток;
16) испускать, выбрасывать, изрыгать, извергать (διὰ στόμα λιγνὺν μέλαιναν Aesch.);
17) лить, проливать, ронять (δάκρυον χαμᾶζε Hom.);
18) выпускать (из рук), ронять (ἐκ χειρὸς φάσγανον χαμᾶζε Hom.).

Etymological

Grammatical information: v.
Meaning: send (away), let go, throw, hurl etc.; details on the inflexion in Schwyzer 686f., 741, 770, 775.
Other forms: Aor. ἕηκα, ἦκα, inf. ἕμεναι, εἷναι, med. εἵμην (ἡκάμην), inf. ἕσθαι, pass. εἵθην, ἑθῆναι, fut. ἥσω (Il.); perf. med. εἷμαι, act. εἷκα (Att.), ἕωκα (hell.),
Dialectal forms: Myc. (jo-)ijesi \/(ho-)hiensi\/; ijeto \/hjetoi\/
Compounds: Mostly, in some forms exclusively, with prefix in several meanings, ἀν-, ἀφ-, ἐφ-, καθ-, προ-, συν-, ὑφ- etc.,
Derivatives: Many derivv., almost only from the prefixed forms: 1. ἧμα throwing, throw (of a javelin) (Ψ 891; Porzig Satzinhalte 267), ἥμων throwing (a javelin) (Ψ 886); κάθημα, hell. -εμα (Schwyzer 523) collar (Antiph., LXX); μεθήμων negligent with -μοσύνη (Hom.), συνήμων companion (A. R.) with -μοσύνη treaty, companionship (Il.). 2. ἑσμός swarm (of bees) s. v. 3. ἄν-, ἄφ-, ἔξ-, ἔφ-, κάθ-εσις etc. (IA; ἕσις only Pl. Kra. 411d, 420a as artificial formation, EM 469, 49) with ἀφέσιμος a. o. (Arist.). 4. ἐννεσίαι advice (Il.), ἐξεσίη sending out (Hom.), ἀνεσία leaving off (Cratin.); on the formation s. ἐννεσίαι. 5. ἐνετή clasp, needle (Il.). 6. ἐν-, ἀφ-, καθ-ετήρ (Hp., hell.) with -ετήριος etc.; καθετηρίζω, -ισμός (medic.). 7. ἐφέται, ἐφετμή s. v.; ἀφέτης sender, slinger (Plb.). 8. συνετός sensible (Pi., Ion. Att., beside σύνεσις reasonableness), ἄν-, ἄφ-, κάθ-ετος etc.; ἀν-, προ-ετικός (: ἄν-, πρό-εσις; X., Arist., hell.).
Origin: IE [Indo-European] [502] *ieh₁- throw
Etymology: The relation ἔθηκα : fēcī : ἕηκα : iēcī points to a genetic connection of the two last forms. One derived ἵημι, ἕηκα, pl. ἕεμεν from IE sē(i)-, but connection with i̯ē-k- was also considered (Bartholomae KZ 27, 355; Petersen Lang. 7, 125ff., Schwyzer 741). Connection only with iaciō is argued by Osthoff Etym. parerga 1, 197f., Hirt IF 12, 229, Hofmann s. iaciō and 1. serō, Ernout-Meillet, Bq. (Only for serō Persson Beitr. 1, 358ff., Fraenkel REIE 2, 46ff. The root *seh₁- however always means sow (in spite of Arm. himn basis).

Middle Liddell


I. to set a going, put in motion, being the Causal of εἶμι (ibo), ἧκα πόδας καὶ χεῖρε φέρεσθαι Od.; ἱ. πόδα Eur.: hence
1. to send, Hom., etc.
2. of sounds, to send forth, utter, Hom., etc.; Ἑλλάδα γλῶσσαν ἱ. to speak Greek, Hdt.; φωνὴν Παρνησίδα Aesch.; τὸ τᾶς εὐφήμου στόμα φροντίδος ἱέντες, i. e. speaking not in words, but in silent thought, Soph.
3. to send forth, throw, hurl, of stones or javelins, Hom.; c. gen. pers. to throw or shoot at one, Il.
b. like βάλλειν, c. dat. instrumenti, ἵησι τῆι ἀξίνηι he throws [at him] with his axe, Xen.
c. the acc. is often omitted, so that ἵημι sometimes seems intr., to throw, shoot, Hom.; c. gen. objecti, τῶν μεγάλων ψυχῶν ἱείς shooting at great souls, Soph.
4. of water, to let flow, let burst or spout forth, Il., Aesch., etc.; ὕδωρ omitted, ποταμὸς ἐπὶ γαῖαν ἵησιν the river pours over the land, Od.; so, of fire, Eur.
5. to let fall, κὰδ δὲ κάρητος ἧκε κόμας made his locks flow down from his head. Od.; ἐκ δὲ ποδοῖιν ἄκμονας ἧκα δύω I let two anvils hang from his two legs, Od.; ἧκαν ἑαυτούς let themselves go, Xen.
II. Mid. to send oneself, hasten, οἴκαδε ἱέμενος hastening homewards, Hom.; ἱέμενος Τροίηνδε Od.; so, δρόμωι ἵεσθαι ἐπί τινα Hdt.; etc.
2. metaph. to be set upon doing a thing, to desire to do it, c. inf., ἵετο γὰρ βαλέειν Il.:—c. gen. to long for, ἱέμενοι νίκης Il.:—absol. in part., ἱέμενός περ eager though he was, Od.
3. the 3rd pl. aor2 mid. ἕντο is used by Hom. in the phrase ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο, when they had put away the desire of meat and drink, i. e. eaten and drunk enough, Virgil's postquam exempta fames epulis.