Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἵππιος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἵππιος Medium diacritics: ἵππιος Low diacritics: ίππιος Capitals: ΙΠΠΙΟΣ
Transliteration A: híppios Transliteration B: hippios Transliteration C: ippios Beta Code: i(/ppios

English (LSJ)

α, ον, (ἵππος) poet. form of ἵππειος (q. v.),

   A of a horse or horses, λόφοι crests of horsehair, Alc.15.2; σθένος ἵ. Pi.P.2.12; Ἄργος ἵ. (cf. ἱππόβοτος) Id.I.7(6).11, B.18.15; δρομεύς, prob. l. in E.El.825; ἄνασσαἱ. Queen of the Amazons, Id.Hipp.307; epith. of Poseidon as creator of the horse, B.16.99, A.Th.130 (lyr.), Ar.Eq.551, Nu.83, IG 12.310.142, etc.; hence, of Colonos as sacred to him, Arg.S.OC, Paus.1.30.4 (but cf. Pherecr.134); also of Athena, Pi.O.13.82, S.OC 1070 (lyr.), Harp.; of Hera, at Olympia, Paus.5.15.5; of Ares, Id.5.15.6, cf. Tryph.105.    II of horsemen or the horse-race, ἵ. νόμος Pi.O.1.101; ἱππίαν ἔσοδον Id.P.6.50; ἄεθλα AP6.312 (Anyte); sc. ἀγών SIG1064.8 (Halic., i B.C.).    III Ἵππιος, ὁ (sc. μήν), month at Rhegium, IG14.612.

German (Pape)

[Seite 1259] = ἵππειος; σθένος ἵππιον, der Rosse Kraft, Pind. P. 2, 12; ἆθλοι N. 9, 9; Ἀθηνᾶ Ol. 13, 79, wie Soph. O. C. 1072, die Schutzgöttinn der Reiter; vgl. Harpocr.; auch Ἥρα ἱππία, Paus. 5, 15, 5; u. Poseidon, Aesch. Spt. 121 Ar. Equ. 551 Nubb. 83; auch ἱππίαν Ἀμαζόνα Eur. Hipp. 307; δίαυλος, Rennbahn der Rosse, El. 825.

Greek (Liddell-Scott)

ἵππιος: -α, -ον, ὡσαύτως, ος, ον, Böckh εἰς Πινδ. Ο. 1. 163: (ἵππος): -μεταγεν. ποιητ. τύπος τοῦ ἵππειος (ὃ ἴδε), ἀνήκων εἰς ἵππον ἢ ἵππους, σθένος ἱππ. Πινδ. Π. 2, 22· Ἄργος ἵππ. (πρβλ. ἱππόβοτος) ὁ αὐτ. ἐν Ι. 7 (6). 11· δίαυλοι Εὐριπ. Ἠλ. 825· ἄνασσα ἱππ., ἐπὶ τῆς βασιλίσσης τῶν Ἀμαζόνων, ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. 307· - συχνάκις περὶ τοῦ Ποσειδῶνος ὡς δημιουργοῦ τοῦ ἵππου, Αἰσχύλ. Θήβ. 130, Ἀριστοφ. Ἱππ. 551, Νεφ. 83, κτλ.· ἐντεῦθεν περὶ τοῦ Κολωνοῦ ὡς ἱεροῦ εἰς αὐτόν, Ὑπόθ. β΄ καὶ γ΄ εἰς Σοφ. Ο. Κ., Παυσ. 1. 30, 4, ἐπιγραφ. Ἀττ. ἐν τῇ Συλλ. Ἐπιγραφ. 527· ὡσαύτως περὶ τῆς Ἀθηνᾶς, Πινδ. Ο. 13. 115, Σοφ. Ο. Κ. 1070, Ἁρποκρ.· περὶ τῆς Ἥρας, Παυσ. 5. 15, 5. ΙΙ. ἀνήκων εἰς ἱππεῖς ἢ εἰς τὸ ἱπποδρόμιον, εἰς τοὺς ἱπποδρομικοὺς ἀγῶνας, ἐμὲ δὲ στεφανῶσαι κεῖνον ἱππίῳ νόμῳ Αἰοληΐδι μολπᾷ χρή, «ἐμὲ δὲ πρέπει ἐγκωμιάσαι (δηλ. τὸν Ἱέρωνα) κατὰ τὸν νόμον (τὸν ἦχον) τὸν ἁρμόζοντα τοῖς ἱππικοῖς, διὰ μολπῆς, ἤγουν ᾠδῆς Αἰολίδος» (Σχόλ.) Πινδ. Ο. 1. 163· ἱππίαν ἔσοδον (ἢ κατὰ Bergk, ἐς ὁδόν), ὁ αὐτ. ἐν ΙΙ 6. 50· ἄεθλα Ἀνθ. Π. 6. 312.

French (Bailly abrégé)

α ou ος, ον :
1 de cheval;
2 riche en coursiers, aux coursiers généreux;
3 de cavalier : ἄνασσα ἱππία EUR la reine (des Amazones) habile à manier les chevaux ; particul. qui protège les cavaliers (Poséidon, Athéna).
Étymologie: ἵππος.

English (Slater)

ἵππιος, ἵππειος
   1 of horses, horsemen; equestrian ἐμὲ δὲ στεφανῶσαι κεῖνον ἱππίῳ νόμῳ Αἰοληίδι μολπᾷ χρή (v. l. -είῳ: i. e. the equestrian tune attributed to Olympos, [Plut.], de mus. 7) (O. 1.101) ἱππείοις ἐν ἔντεσσιν harness (O. 13.20) cf. χαλκέοις ὅπλοισιν ἱππείοις τε σὺν ἔντεσιν i. e. with cavalry (N. 9.22) “ἄγε, φίλτρον τόδ' ἵππειον δέκευ” i. e. bridle to tame Pegasos (O. 13.68) καταζευγνύῃ σθένος ἵππιον (Heyne: ἵππειον codd.: i. e. τῶν ἵππων) (P. 2.12) ἱππιᾶν ἐσόδων (M. Schmidt: ἱππείαν ἔσοδον codd.: locus non sanatus) (P. 6.50) ἀνὰ δ' αὐλὸν ἐπ αὐτὰν ὄρσομεν ἱππίων ἀέθλων κορυφάν (Hermann: ἱππείων codd.) (N. 9.9) ἐς Ἄργος ἵππιον (i. e. ἱππικόν Σ: cf. ἱπποτρόφος) (I. 7.11) as cult title of Athena, θέμεν Ἱππίᾳ βωμὸν εὐθὺς Ἀθάνα (byz.: -είᾳ codd.: at Korinth) (O. 13.82)

Greek Monolingual

ἵππιος, -ία, -ον (Α)
1. αυτός που ανήκει σε ίππο ή σε ίππους («ἵππιον σθένος», Πίνδ.)
2. αυτός που ανήκει σε ιππείς, ή σε ιππικούς αγώνες ή στο ιπποδρόμιο («ἐμὲ δὲ στεφανῶσαι κεῑνον ἱππίῳ νόμῳ Αἰοληΐδι μολπᾷ χρή», Πίνδ.)
3. το αρσ. ως ουσ. ὁ Ἵππιος
ονομασία ενός μήνα στο Ρήγιο
4. φρ. α) «ἱππία ἄνασσα» — η βασίλισσα τών Αμαζόνων, Ευρ.
β) «ἵππιος Ποσειδῶν» — ο Ποσειδών ως δημιουργός του ίππου, Αισχύλ.
γ) «ἵππιος Κολωνός» — ο Κολωνός, ως ιερό προς τιμήν του Ποσειδώνος, Σοφ.
δ) «ἱππία Ἀθάνα» — επίθ. της Αθηνάς, Σοφ.
ε) «ἱππία Ἥρα» — επίθ. της Ήρας στην Ολυμπία, Παυσ.
στ) «ἵππιος Ἄρης» — επίθ. του Άρη, Παυσ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἵππος. Η λ. μαρτυρείται ήδη στον μυκηναϊκό τ. iqija].

Greek Monotonic

ἵππιος: -α, -ον (ἵππος), αυτός που ανήκει σε άλογο ή σε άλογα, σε Ευρ.· επίθ. της βασίλισσας των Αμαζόνων, στον ίδ.· λέγεται για τον Ποσειδώνα (δημιουργός του αλόγου), σε Αισχύλ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἵππιος: v. l. ἵππειος 3 и
1) конский (σθένος Pind.);
2) конный: ἴ. νόμος Pind. напев, раздающийся на конных ристаниях; ἵππιοι δίαυλοι Eur. пути, пробегаемые на конных ристаниях;
3) конный (эпитет Посидона, как создателя коня Aesch., Arph., Афины, как покровительницы коней и городов, славившихся конями Pind.): Ἄργος ἵ. Pind. славный или богатый конями; ἄνασσα ἱππία Ἀμαζών Eur. = Ἱππολύτη 2.

Middle Liddell

ἵππιος, η, ον ἵππος
of a horse or horses, Eur.; epith. of the Queen of the Amazons, Eur.; of Poseidon as creator of the horse, Aesch., etc.