Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀβελίζω

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: ὀβελίζω Medium diacritics: ὀβελίζω Low diacritics: οβελίζω Capitals: ΟΒΕΛΙΖΩ
Transliteration A: obelízō Transliteration B: obelizō Transliteration C: ovelizo Beta Code: o)beli/zw

English (LSJ)

   A mark with a critical obelus (ὀβελός II), Cic.Fam.9.10.1, Hermog.Id.2.3 :—Pass., ibid.

German (Pape)

[Seite 289] mit einem Spieße bezeichnen u. dadurch für unecht erklären, Gramm.

Greek (Liddell-Scott)

ὀβελίζω: ὀβελῷ σημειοῦμαι ἢ παρασημειοῦμαι· ἐπειδὴ δὲ ὁ ὀβελὸς ἦτο σημεῖον τῆς ἀθετήσεως, διὰ τοῦτο τὸ ὀβελίζω ἰσοδυναμεῖ τῷ ἀθετῶ (ἴδε ὀβελὸς ΙΙ), Κικ. Fam. 9. 10. - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. κ΄.

Greek Monolingual

(ΑΜ ὀβελίζω) οβελός
σημειώνω με οβελό, δηλαδή με μικρή οριζόντια γραμμή, με ή χωρίς βέλος (— ή —), έναν στίχο ή ένα χωρίο για δήλωση της μη γνησιότητας του
νεοελλ.
περνώ κάτι στον οβελό για να το ψήσω, σουβλίζω.