Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀβελιαφόρος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ὀβελιᾱφόρος Medium diacritics: ὀβελιαφόρος Low diacritics: οβελιαφόρος Capitals: ΟΒΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
Transliteration A: obeliaphóros Transliteration B: obeliaphoros Transliteration C: oveliaforos Beta Code: o)beliafo/ros

English (LSJ)

ον,

   A carrying ὀβελίαι, Poll.6.75 : in pl., title of play by Ephippus.

German (Pape)

[Seite 289] eine Art Brot tragend, welche ὀβελίας heißt, Ath. III, 111 b (ἐν ταῖς πομπαῖς ἐπὶ τῶν ὤμων); Lob. Phryn. p. 647; οἱ ὀβελιαφόροι Titel eines Stücks des Antiphanes, Ath. VIII, 359 a.

Greek (Liddell-Scott)

ὀβελιᾱφόρος: -ον, ὁ φέρων ὀβελίας, ὄνομα δράματος τοῦ Ἐφίππου, πρβλ. Λοβ. Φρύν. 647.

Greek Monolingual

ὀβελιαφόρος, -ον (Α)
1. αυτός που μετέφερε οβελία άρτο στους ώμους κατά τις πομπές
2. (το αρσ. πληθ. ως κύριο όν.) Ὀβελιαφόροι
τίτλος δράματος του Εφίππου και του Αντιφάνους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὀβελίας + -φόρος].