Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀβελισκολύχνιον

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ὀβελισκολύχνιον Medium diacritics: ὀβελισκολύχνιον Low diacritics: οβελισκολύχνιον Capitals: ΟΒΕΛΙΣΚΟΛΥΧΝΙΟΝ
Transliteration A: obeliskolýchnion Transliteration B: obeliskolychnion Transliteration C: oveliskolychnion Beta Code: o)beliskolu/xnion

English (LSJ)

τό,

   A spit used as a lampholder (by soldiers), Theopomp. Com.7, Arist.Pol.1299b10, PA 683a25.

German (Pape)

[Seite 289] τό, dim. zum Folgdn, Theopomp. com. bei Ath. XV c. 61; Poll. 10, 118; vgl. Arist. pol. 4, 15 u. bes. part. anim. 4, 6, woraus hervorgeht, daß der Schmied sie zu einem doppelten Gebrauche macht; Phryn.

Greek (Liddell-Scott)

ὀβελισκολύχνιον: τό, ὀβελὸς χρησιμεύων πρὸς ἐξάρτησιν λύχνου (ὑπὸ στρατιωτῶν), Θεόπομπ. Κωμ. ἐν «Εἰρήνῃ» 1, Ἀριστ. Πολιτ. 4. 15, 3, π. Ζ. Μορ. 4. 6, 13, πρβλ. ξυλολυχνοῦχος.

Greek Monolingual

ὀβελισκολύχνιον, τὸ (Α)
οβελός, ράβδος, που χρησίμευε για να κρεμούν τον λύχνο, ένα είδος λυχνοστάτη που χρησιμοποιούσαν ιδίως οι στρατιώτες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὀβελίσκος + λυχνίον. '

Russian (Dvoretsky)

ὀβελισκολύχνιον: τό вертел с насаженным на него светильником Arst.