Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀβολιαῖος

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: ὀβολιαῖος Medium diacritics: ὀβολιαῖος Low diacritics: οβολιαίος Capitals: ΟΒΟΛΙΑΙΟΣ
Transliteration A: oboliaîos Transliteration B: oboliaios Transliteration C: ovoliaios Beta Code: o)boliai=os

English (LSJ)

α, ον,

   A of the weight of an obol, Arist.HA522a31, Gal.13.101 ; worth an obol, i. e. petty, κέρδη Theano Ep.6.2.

German (Pape)

[Seite 289] von der Größe od. dem Werthe eines Obols, Arist. H. A. 3, 20.

Greek (Liddell-Scott)

ὀβολιαῖος: -α, -ον, ἔχων τὸ μέγεθος ἢ τὴν ἀξίαν ὀβολοῦ, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 3. 20, Κλήμ. Ἀλ. 190· ἴδε Λοβ. Φρύνιχ. 551.

Greek Monolingual

ὀβολιαῑος, -αία, -ον (Α)
1. αυτός που έχει το σχήμα ή το μέγεθος οβολού
2. αυτός που έχει αξία ενός οβολού, δηλ. αυτός που έχει ευτελή αξία, ασήμαντος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὀβολός + κατάλ. -ιαῖος (πρβλ. δραχμ-ιαίος)].

Russian (Dvoretsky)

ὀβολιαῖος: стоимостью или весом в один обол (τροφαλίδες Arst.).