Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀζαινικός

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ὀζαινικός Medium diacritics: ὀζαινικός Low diacritics: οζαινικός Capitals: ΟΖΑΙΝΙΚΟΣ
Transliteration A: ozainikós Transliteration B: ozainikos Transliteration C: ozainikos Beta Code: o)zainiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A having or belonging to an ὄζαινα 1, Ps.-Dsc.4.137.

German (Pape)

[Seite 295] den Nasenpolyp betreffend, daran leidend, Medic.

Greek (Liddell-Scott)

ὀζαινικός: -ή, -όν, ὁ ἔχων ὄζαιναν ἐν τῇ ῥινὶ ἢ ἀνήκων εἰς ὄζαιναν (1), Διοσκ. 4. 140.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α ὀζαινικός, -ή, -όν) όζαινα
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην όζαινα
2. αυτός που πάσχει από όζαινα.