Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀζαλέος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὀζᾰλέος Medium diacritics: ὀζαλέος Low diacritics: οζαλέος Capitals: ΟΖΑΛΕΟΣ
Transliteration A: ozaléos Transliteration B: ozaleos Transliteration C: ozaleos Beta Code: o)zale/os

English (LSJ)

α, ον, (ὄζος)

   A branching, AP9.249 (Maec.).

German (Pape)

[Seite 295] ästig, ὀζαλέην βάκτρου τήνδε καρηβαρίην δέξῃ, Qu. Macc. 10 (IX, 249).

Greek (Liddell-Scott)

ὀζᾰλέος: -α, -ον, (ὄζος) ὁ ἔχων ὄζους, ὀζώδης, Ἀνθ. Π. 9. 249.

French (Bailly abrégé)

α, ion. η, ον :
noueux.
Étymologie: ὄζος.

Greek Monolingual

ὀζαλέος, -α, -ον (Α)
(για ξύλινη ράβδο) αυτός που έχει όζους, οζώδης, ροζιασμένος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὄζος (Ι) «ρόζος» + κατάλ. -αλέος, ποιητ. τ. σχηματισμένος πιθ. κατ' επίδραση του ἀζαλέος ή του τρηχαλέος.

Greek Monotonic

ὀζᾰλέος: -α, -ον (ὄζος), αυτός που σχηματίζει ρόζους, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ὀζᾰλέος: суковатый, узловатый (ἡ βάκτρου καρηβαρίη Anth.).

Middle Liddell

ὀζᾰλέος, η, ον, ὄζος
branching, Anth.