Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀζωτός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὀζωτός Medium diacritics: ὀζωτός Low diacritics: οζωτός Capitals: ΟΖΩΤΟΣ
Transliteration A: ozōtós Transliteration B: ozōtos Transliteration C: ozotos Beta Code: o)zwto/s

English (LSJ)

ή, όν, (ὀζόομαι)

   A branching, Thphr.HP1.3.1.

German (Pape)

[Seite 296] = Vorigem, Theophr.

Greek (Liddell-Scott)

ὀζωτός: -ή, -όν, (ὀζόομαι) ὁ πλήρης κλάδων, ἔχων κλάδους, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 1. 3, 1.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α ὀζωτός, -ή, -όν) οζούμαι
(για φυτό) αυτός που έχει κλαδιά, κλαδωτός
νεοελλ.
(για ξύλο) αυτός που έχει ρόζους, κόμπους («οζωτή ράβδος»).