Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀζόχρωτος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ὀζόχρωτος Medium diacritics: ὀζόχρωτος Low diacritics: οζόχρωτος Capitals: ΟΖΟΧΡΩΤΟΣ
Transliteration A: ozóchrōtos Transliteration B: ozochrōtos Transliteration C: ozochrotos Beta Code: o)zo/xrwtos

English (LSJ)

ον,

   A hircosus, Gloss.

German (Pape)

[Seite 295] mit übelriechender Haut, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ὀζόχρωτος: -ον, ὁ ἔχων σῶμα ἢ δέρμα δυσῶδες, Γλωσσ.

Greek Monolingual

ὀζόχρωτος, -ον (Μ)
αυτός που έχει δυσώδες δέρμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὄζω «αναδίδω δυσάρεστη οσμή» + -χρωτος (< χρώς, χρωτός «επιδερμίδα»), πρβλ. κυανό-χρωτος].