Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀθνεῖος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ὀθνεῖος Medium diacritics: ὀθνεῖος Low diacritics: οθνείος Capitals: ΟΘΝΕΙΟΣ
Transliteration A: othneîos Transliteration B: othneios Transliteration C: othneios Beta Code: o)qnei=os

English (LSJ)

α, ον, also ος, ον E.Alc.532 :—

   A strange, foreign, Democr.60, 80, E.Alc.l.c., 646, 810, Parth. in PLit.Lond.64.6; joined with ἀλλότριος, Pl.R.470b, 470c ; opp. οἰκεῖος, Id.Prt.316c, cf. Democr. ll. cc. ; χρήμασιν τῶν ὀθνείων καὶ Ἀθηναίοισιν ἅπασιν IG12.6.54 ; opp. συγγενής, Democr.90, cf. Arist.EN1162a8, 1160a6 ; opp. προσήκοντες, Phld.Ir. p.54 W.; ὀ. φίλοι Is.4.18 ; ἱερὰ . . ὀ. τῇ χώρᾳ Lycurg.25.    II abnormal, θερμόν Gal.10.754 ; ποιότης Id.11.478 ; ὕψος Sthenid. ap. Stob.4.7.63 ; ἐργασίη Aret.SD1.15.

German (Pape)

[Seite 296] (ἔθνος), auch 2 Endg., fremd, ausländisch; γυνή, Eur. Alc. 535. 649. 813; πρὸς τὸν ὀθνεῖον καὶ ἔξωθεν πόλεμον, Plat. Legg. I, 629 e; καὶ ἀλλότριον, Rep. V, 470 b; καὶ μισθωτοί (also wie ξένος), Legg. III, 697 b; Ggstz οἰκεῖος, Prot. 316 c; φίλος ὀθνεῖος, im Ggstz der προσήκοντες, Is. 4, 18; im Ggstz von ἀδελφός, Arist. Eth. 8, 9; dem ἴδιος entgegengesetzt, Pol. 1, 6, 6; Sp., ὀθνεία χθών, Diod. 10 (VII, 74); nach B. A. 1095 athenisch für ἀλλότριος.

Greek (Liddell-Scott)

ὀθνεῖος: -α, -ον, ὡσαύτως ος, ον, Εὐρ. Ἄλκ. 532· - παράδοξος, ξένος, Λατ. alienus, λέξις μὴ ἀπαντῶσα πρὸ τοῦ Δημοκρ. (σ. 180 Mullach.), ἀκολούθως παρ’ Εὐριπ. ἐν Ἀλκ. ἔνθ’ ἀνωτ., 646, 810, Πλάτ., κλ.· μετὰ τοῦ ἀλλότριος, Πολ. 470Β, C· ἀντίθετ. τῷ οἰκεῖος, ὁ αὐτ. ἐν Πρωτ. 316C· τῷ συγγενής. Ἀριστ. Ἠθ. Νικ. 7. 12, 6, πρβλ. 7. 9, 3, κ. ἀλλ. (Ἡ παραγωγὴ ἀμφίβολος). - Καθ’ Ἡσύχ.: «ὀθνεῖα· μάταια. ἀλλότρια».

French (Bailly abrégé)

α ou ος, ον :
1 de terre étrangère ; étranger;
2 de famille étrangère;
3 d’autrui.
Étymologie: ἔθνος.

Greek Monolingual

-α, -ο (ΑΜ ὀθνεῑος, -α, -ον, Α θηλ. και -ος)
ξένος, ξενικός, αλλογενής, αλλοδαπός, αλλοεθνής (α. «οθνεία έθιμα» — έθιμα, ξενικά, κατ' απομίμηση ξένων
β. «ὀθνεῑος ἤ σοὶ συγγενὴς γεγῶσά τις», Ευρ.)
αρχ.
1. υπερβολικός, παράδοξος, ασυνήθιστος, μη κανονικός («ὀθνεία ποιότης», Γαλή ν.)
2. (κατά τον Ησύχ.) «ὀθνεῑαμάταια, αλλότρια».
[ΕΤΥΜΟΛ. βλ. λ. έθνος].

Greek Monotonic

ὀθνεῖος: -α, -ον και -ος, -ον, παράξενος, ξένος, Λατ. alienus, σε Ευρ., Πλάτ. (αμφίβ. προέλ.).

Russian (Dvoretsky)

ὀθνεῖος: 3, редко
1) иноземный (ὀθνεῖοι καὶ μισθωτοί Plat.);
2) зарубежный, внешний (πόλεμος Plat.);
3) чужой (γυνή Eur.; χθών Diod.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: foreign, alien (Democr., Att., Arist.), irregular (Gal., Aret.).
Compounds: ὀθν(ε)ιό-θυμβος buried abroad (Man.).
See also: S. ἔθνος.

Middle Liddell

ὀθνεῖος, η, ον
strange, foreign, Lat. alienus, Eur., Plat. [deriv. uncertain]

Frisk Etymology German

ὀθνεῖος: {othneĩos}
Meaning: fremd, ausländisch (Demokr., att., Arist. u.a.), unregelmäßig (Gal., Aret. u.a.);
Composita : ὀθν(ε)ιόθυμβος in der Fremde bestattet (Man.).
See also: S. ἔθνος.
Page 2,355