Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀθόννα

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ὀθόννα Medium diacritics: ὀθόννα Low diacritics: οθόννα Capitals: ΟΘΟΝΝΑ
Transliteration A: othónna Transliteration B: othonna Transliteration C: othonna Beta Code: o)qo/nna

English (LSJ)

ἡ,

   A greater celandine, Chelidonium majus, Dsc.2.180, Plin. HN27.109.    2 juice of ὀθόννα 1, Dsc.2.182 ; also, the juice of various other plants, ibid., cf. Zopyr. ap. Orib.14.45.4.    3 an Egyptian stone, Paul.Aeg.7.3.

Greek (Liddell-Scott)

ὀθόννα: ἡ, βοτάνη τις τῆς Συρίας ἔχουσα φύλλα εὐζώμῳ ὁμοιάζοντα, ἄνθος δὲ φέρει κρόκινον πλατύφυλλον, ὅθεν τινὲς ἐνόμισαν ὅτι εἶναι εἶδος ἀνεμώνης, Πλίν. 27. 85, πρβλ. Διοσκ. 2. 213.

Greek Monolingual

η (ΑΜ ὀθόννα, Α και ὀθόνα)
νεοελλ.
βοτ. λόγια ονομασία γένους ποωδών φυτών ή θάμνων με φύλλα σαρκώδη ή μεμβρανώδη κατ' εναλλαγήν
μσν.
είδος αιγυπτιακού λίθου
αρχ.
1. (κατά τον Διοσκ.) το φυτό χελιδόνιον το μέγα
2. ο χυμός του παραπάνω φυτού
3. ο χυμός διαφόρων άλλων φυτών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Όνομα φυτού αβέβαιης προέλευσης. Κατά τον Διοσκουρίδη, το φυτό κατάγεται από την Αίγυπτο, ενώ κατ' άλλους από τη Συρία. Η ομοιότητα του με τη λ. ὀθόνη δεν φωτίζει σε τίποτε την ετυμολογία του].

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: greater celandine, Chelidonium maius, also of the sap of this and other plants (Dsc., Plin.); name of an Egypt. stone (Paul. Aeg.); as plantname also ὀθόν-<ν>ιον (Dsc.).
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin] Egypt.
Etymology: Recalls ὀθόν-η, -ιον, hardly accidentally; after Dsc. 2, 182 originating ἐν τῃ̃ κατ' Αἴγυπτον Ἀραβίᾳ, after Plin. ΗΝ 27, 12 Syrian.

Frisk Etymology German

ὀθόννα: {othónna}
Grammar: f.
Meaning: gemeines Schöllkraut, Chelidonium maius, auch vom Saft sowohl dieser wie anderer Pflanzen (Dsk., Plin.); Ben. eines ägypt. Steins (Paul. Aeg.); als Pfl.n. auch ὀθόν-<ν>ιον (Dsk.).
Etymology : Wohl kaum zufällig an ὀθόνη, -ιον erinnernd; nach Dsk. 2, 182 ἐν τῇ κατ’ Αἴγυπτον Ἀραβίᾳ heimisch, nach Plin. ΗΝ 27, 12 syrisch.
Page 2,355