Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀκλαδιστί

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ὀκλᾰδιστί Medium diacritics: ὀκλαδιστί Low diacritics: οκλαδιστί Capitals: ΟΚΛΑΔΙΣΤΙ
Transliteration A: okladistí Transliteration B: okladisti Transliteration C: okladisti Beta Code: o)kladisti/

English (LSJ)

Adv.,=sq., ὀ. πηδᾶν, of a frog

   A hopping, Babr.25.7 (written ὄκλαστι in Suid.) :—also ὄκλᾰδ-ις, Hdn.Gr.1.512.

German (Pape)

[Seite 315] = Folgdm, Babr. 25, 7, s. ὀκλαστί.

Greek (Liddell-Scott)

ὀκλαδιστί: Ἐπιρρ., = τῷ ἑπομ., ὀκλ. πηδᾶν, ἐπὶ βατράχου πηδῶντος, Βάβρ. 25. 7 (φέρεται ὀκλαστὶ παρὰ Σουΐδ. ἐν λ. ὀκλαδίας)· -συντομώτερός τις τύπος, ὀκλάδις μνημονεύεται ἐν Θεογνώστ. Καν. 163. 22, Ἰω. Ἀλ. Τονικ. Παραγγέλμ. 38. 27.

French (Bailly abrégé)

adv.
en s’accroupissant, à croupetons.
Étymologie: ὀκλάζω.

Greek Monolingual

ὀκλαδιστί (Α)
επίρρ. (για τον βάτραχο) πηδώντας με κεκαμμένα τα σκέλη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὀκλάδις + επιρρμ. κατάλ. -τι (πρβλ. μεγαλωσ-τί)].

Greek Monotonic

ὀκλαδιστί: επίρρ., σταυροπόδι ή πηδώντας με το σώμα στηριγμένο στα λυγισμένα γόνατα και τις φτέρνες, λέγεται για βάτραχο, σε Βάβρ.

Russian (Dvoretsky)

ὀκλᾰδιστί: adv. согнув ноги в коленях, на корточках, присев (ὀ. πηδᾶν Babr.).

Middle Liddell


squatting, of a frog, Babr. [from ὀκλάζω