Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀλβιογάστωρ

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ὀλβιογάστωρ Medium diacritics: ὀλβιογάστωρ Low diacritics: ολβιογάστωρ Capitals: ΟΛΒΙΟΓΑΣΤΩΡ
Transliteration A: olbiogástōr Transliteration B: olbiogastōr Transliteration C: olviogastor Beta Code: o)lbioga/stwr

English (LSJ)

ορος, ὁ, ἡ,

   A whose happiness is in his belly, a belly-god, Amphis 10.

German (Pape)

[Seite 318] ορος, bauchselig, komisches Beiwort eines Schlemmers, Amphis bei Ath. IX, 386 e.

Greek (Liddell-Scott)

ὀλβιογάστωρ: -ορος, ὁ, ἡ, ὁ τὴν εὐδαιμονίαν ἔχων ἐν τῇ γαστρί, κοιλιόδουλος, Ἄμφις ἐν «Γυναικομανίᾳ» 2.

Greek Monolingual

ὀλβιογάστωρ, -ορος, ὁ, ἡ (Α)
ο κοιλιόδουλος, αυτός που βρίσκει την ευτυχία στην κοιλιά του.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὄλβιος «ευδαίμων, ευτυχισμένος» + -γάστωρ (< γαστήρ), πρβλ. μεγαλο-γάστωρ].