Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀλβιόπλουτος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: ὀλβιόπλουτος Medium diacritics: ὀλβιόπλουτος Low diacritics: ολβιόπλουτος Capitals: ΟΛΒΙΟΠΛΟΥΤΟΣ
Transliteration A: olbióploutos Transliteration B: olbioploutos Transliteration C: olvioploutos Beta Code: o)lbio/ploutos

English (LSJ)

ον,

   A blest in wealth, Philox.3.22.

German (Pape)

[Seite 318] durch Reichthum glücklich, Philoxen. bei Ath. XIV, 643 v. 44.

Greek (Liddell-Scott)

ὀλβιόπλουτος: -ον, ὁ ἐν ὄλβῳ καὶ πλούτῳ, ὁ πλουτῶν ἐν ὄλβῳ, ἄλλα θ’ ὅσσα πρέπει παρὰ θοίναν ὀλβιόπλουτον Φιλόξεν. παρ’ Ἀθην. 643C.

Greek Monolingual

ὀλβιόπλουτος, -ον (Α)
αυτός που είναι ευτυχισμένος χάρη στον πλούτο που διαθέτει, αυτός που πλουτίζει μέσα στην ευτυχία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὄλβιος «ευτυχισμένος» + πλοῦτος (πρβλ. μεγαλό-πλουτος)].