Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀλβιότυφος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ὀλβιότῡφος Medium diacritics: ὀλβιότυφος Low diacritics: ολβιότυφος Capitals: ΟΛΒΙΟΤΥΦΟΣ
Transliteration A: olbiótyphos Transliteration B: olbiotyphos Transliteration C: olviotyfos Beta Code: o)lbio/tufos

English (LSJ)

ον,

   A happy in his own conceit, said of Archytas, Bion ap.D.L.4.52.

German (Pape)

[Seite 318] der in seinem Dünkel, seiner Einbildung von sich selbst glücklich ist, Spottname des Archytas bei D. L. 4, 52.

Greek (Liddell-Scott)

ὀλβιότῡφος: -ον, ὁ μακάριος ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτοῦ οἰήσει καὶ ἀλαζονείᾳ, ἐπὶ τοῦ Ἀρχύτα, Βίων παρὰ Διογ. Λ. 4. 52· ― ἐσχηματίσθη κατὰ τὸ Ὁμηρικὸν ὀλβιοδαίμων.

Greek Monolingual

ὀλβιότυφος, -ον (Α)
(ως προσωνυμία του Αρχύτα) ο μακάριος στην οίηση και στην αλαζονεία του, ο ευτυχισμένος σύμφωνα με τη δική του γνώμη, αυτός που με την έπαρσή του νομίζει ότι είναι ευτυχισμένος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὄλβιος «ευτυχισμένος» + τῦφος «αλαζονεία, έπαρση» (πρβλ. μισό-τυφος)].

Russian (Dvoretsky)

ὀλβιότῡφος: самодовольный Bion ap. Diog. L.