Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀμόργνυμι

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ὀμόργνῡμι Medium diacritics: ὀμόργνυμι Low diacritics: ομόργνυμι Capitals: ΟΜΟΡΓΝΥΜΙ
Transliteration A: omórgnymi Transliteration B: omorgnymi Transliteration C: omorgnymi Beta Code: o)mo/rgnumi

English (LSJ)

   A wipe, aor. Act. opt. ὀμόρξαις Nic.Th.558 ; cf. ὄμαρξον: —Med., δάκρυά τ' ὠμόργνυντο were drying their tears, Od.11.527, cf. 530 ; χερσὶ παρειάων δάκρυ' ὀμορξαμένη Il.18.124 ; θᾶκον ὀμόργνυσθαι Pythag. ap. D.L.8.17. (The simple Verb is Ep., but ἀπ-, ἐξομόργνυμι are used also in Att.) (Cf. Skt. mrjáti 'wipe'.)

German (Pape)

[Seite 339] fut. ὀμόρξω, – 1) abtrocknen, abwischen; ἀπ ' ἰχῶ χειρὸς ὀμόργνυ, Il. 5, 416, wo Einige die Tmesis von ἀπομόργνυμι annehmen; im med., δάκρυά τ' ὠμόργνυντο, sie wischten sich die Thränen ab, Od. 11, 527, auch οὔτε παρειῶν δάκρυ' ὀμορξάμενον, 530, von der Wange, wie Il. 18, 124; sp. D., Ap. Rh. 2, 242 δάκρυ δ' ὀμορξαμένω, auch ohne δάκρυα. – Bei Nic. Ther. 558 vermuthet Schneider, daß όμόρξεις in ἀμέρξεις zu ändern sei. – 2) ausdrücken, auspressen, Moeris erkl. ὀμόρξασθαι u. ἐξομόρξασθαι für attisch, u. ἐκμάξασθαι für hellenistisch.

Greek (Liddell-Scott)

ὀμόργνῡμι: ἀπομάσσω, σπογγίζω (ἴδε ἀπομόργνυμι). - Μέσ, δάκρυά τ’ ὠμόργνυντο, ἐσπόγγιζον τὰ δάκρυά των, Ὀδ. Λ. 526, πρβλ. 529· χερσὶ παρειάων δάκρυ’ ὀμορξαμένη Ἰλ. Σ. 124· θᾶκον ὀμόργνυσθαι Πυθαγ. παρὰ Διογ. Λ. 8. 17. - Πρβλ. ὀμοργάζω. Τὸ ἁπλοῦν ῥῆμα εἶναι Ἐπικ., ἀλλὰ τὰ ἀπ-, ἐξομόργνυμι εἶναι ἐν χρήσει παρὰ τοῖς Ἀττ. ποιηταῖς. (Ἡ ῥίζα εἶναι πιθαν. ΜΕΡΓ, ἀμέργω).

French (Bailly abrégé)

f. ὀμόρξω, ao. ὤμορξα, pf. inus.
essuyer, enlever en essuyant ; fig. supprimer;
Moy. ὀμόργνυμαι (f. ὀμόρξομαι, ao. ὠμορξόμη) essuyer sur soi-même : δάκρυα OD ses larmes.
Étymologie: ὀ- prosth., R. Μαργ, presser ; cf. ἀμέργω, ἀμόργη.

Greek Monolingual

ὀμόργνυμι (Α)
(συν. στο μέσ.) σφουγγίζω, σκουπίζω («χερσὶ παρειάων δάκρυ' ὀμορξαμένη», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. -μόργ-νυμι (πρβλ. στόρνυμι), με προθεματικό φωνήεν -, ανάγεται στη συνεσταλμένη βαθμίδα mrĝ- της ΙΕ ρίζας merĝ- «σκουπίζω, καθαρίζω, στεγνώνω» (με αντιπροσώπευση του φωνηεντικού -r- με -ορ-, πρβλ. μορτός) και συνδέεται με αρχ ινδ. mr-na-k-ti «σκουπίζω, τρίβω». Πολλοί, συνδέοντας τον αόρ. ὤμορξα με το αρχ. ινδ. amārksit, θεωρούν ότι το βασικό φωνήεν της ρίζας είναι -ō- και συνεσταλμένη του βαθμίδα το -ορ-. Αλλά δεν συντρέχει κανένας λόγος να δεχθεί κανείς μακρόφωνη ρίζα, αφού ο αόρ. ώμορξα μπορεί να συνδεθεί με τον αρχαιότερο αόρ. της αρχ. ινδ. amrksat, -a, που ανάγεται και αυτός στη συνεσταλμένη βαθμίδα της ρίζας merĝ- (πρβλ. και τις γλώσσες του Ησύχ. ὄμαρξον, ὄμάρξασθαι). Στην απαθή βαθμίδα της ίδιας ρίζας, τέλος, με προθεματικό φωνήεν - θα μπορούσε να αναχθεί το ρ. ἀμέργω].

Greek Monotonic

ὀμόργνῡμι: σφουγγίζω, σκουπίζω — Μέσ., δάκρυα ὠμόργνυντο, σκούπιζαν τα δάκρυά τους, σε Ομήρ. Οδ.· παρειάων δάκρυ' ὀμορξαμένη, σφούγγιζε τα δάκρυα από τα μάγουλά της, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

ὀμόργνῡμι: HH ὀμοργάζω (fut. ὀμόρξω, aor. ὤμορξα; aor. pass. ὠμόρχθην)
1) med. стирать, утирать (παρειάων δάκρυα Hom.);
2) вытирать (θᾶκον Diog. L.).

Frisk Etymological English

-μαι
Grammatical information: v.
Meaning: to wipe (oneself), to dry (oneself), w. ἐξ- in midd. also to give a whip, to stamp;
Other forms: aor. ὀμόρξαι, -ασθαι (Il.), fut. ὀμόρξω, -ομαι, pass. aor. ὀμορχθῆναι, perf. ὤμοργμαι (Att., Arist.).
Compounds: In prose only w. prefix, esp. ἀπ-, ἐξ-.
Derivatives: ἐξόμορξις f. stamping, imprint, impression (Pl.), ἀπόμοργμα n. that which is whiped off (Eust.).
Origin: IE [Indo-European] [738] *h₃merǵ- wipe off
Etymology: To the aor. ὀμόρξαι could fit the Skt. aor. amārkṣ-ī-t he wiped off, if ορ comes from ωρ; the form ὄμαρξον ἀπόμαξον H. can however be equated with the zero grade and earlier attested amr̥kṣat, -a; so ὀμόρξαι from ὀμάρξαι through progressive assimilation or from ὀμόργνυμι (Schwyzer 344 a. 696 n. 6 w. lit.)? This form stands beside ὀμόρξαι as ζεύγνυμι beside ζεῦξαι; note the relation ζεύγ-νυ-μι: Skt. yu-ná-k-ti and ὀμόργ-νυ-μι : mr̥-ṇá-k-ti (mr̥-ṇa-j-āni subj. 1. sg.). -- (To ὀμόργνυμι, ὀμόρξαι cannot belong ἀμέργω (s. v.). The prothet. vowel is absent in the late μόρ-ξαντο, -άμενοι (Q. S.), prob. through analogical reduction (cf. Strömberg Wortstudien 45), s. Schwyzer 411.

Middle Liddell


to wipe:— Mid., δάκρυα ὠμόργνυντο were wiping away their tears, Od.; παρειάων δάκρυ' ὀμορξαμένη were wiping the tears from their cheeks, Il.

Frisk Etymology German

ὀμόργνυμι: -μαι,
{omórgnumi}
Forms: Aor. ὀμόρξαι, -ασθαι (seit Il.), Fut. ὀμόρξω, -ομαι, Pass. Aor. ὀμορχθῆναι, Perf. ὤμοργμαι (att., Arist.),
Grammar: v.
Meaning: ‘(sich) abwischen, (sich) abtrocknen’, m. ἐξ- im Med. auch ‘em etwas anwischen, aufprägen’.
Composita : in d. Prosa nur m. Präfix, bes. ἀπ-, ἐξ-,
Derivative: Davon ἐξόμορξις f. ‘Aufprägung, Abdruck, Ein- druck’ (Pl.), ἀπόμοργμα n. das Abgewischte (Eust.).
Etymology : Zum Aor. ὀμόρξαι könnte der aind. Aor. amārkṣ-ī-t er wischte ab, wenn ορ aus ωρ, stimmen; das bei H. überlieferte ὄμαρξον· ἀπόμαξον läßt sich aber dem schwundstufigen und früher belegten amr̥kṣat, -a unmittelbar gleichsetzen; somit ὀμόρξαι aus ὀμάρξαι durch progressive Assimilation oder von ὀμόργνυμι (Schwyzer 344 u. 696 A. 6 m. Lit.)? Letzteres steht neben ὀμόρξαι wie ζεύγνυμι neben ζεῦξαι; zu beachten besonders die Proportion ζεύγνυμι: aind. yu--k-ti und ὀμόργνυμι : mr̥-ṇá-k-ti (mr̥-ṇa-j-āni Konj. 1. sg.). — Zu ὀμόργνυμι, ὀμόρξαι gehört wohl ursprünglich als hochstufiges thematisches Wz.präsens das in d. Bed. etwas abweichende ἀμέργω (s. d.). Zum prothet. Vokal, der in den späten μόρξαντο, -άμενοι (Q. S.) fehlt, wohl durch analogische Reduktion (vgl. Strömberg Wortstudien 45), s. Schwyzer 411; Laryngalbetrachtungen von Austin Lang. 17, 86.
Page 2,389-390