Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀνάλα

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: ὀνάλα Medium diacritics: ὀνάλα Low diacritics: ονάλα Capitals: ΟΝΑΛΑ
Transliteration A: onála Transliteration B: onala Transliteration C: onala Beta Code: o)na/la

English (LSJ)

, Thess.,

   A = ἀνάλωμα, expenditure, IG9(2).517.22 (Larissa, iii B. C.).

Greek (Liddell-Scott)

ὀνάλα: ἡ, τὰν ὀνάλαν τὰν ἐν τάνε γινυμέναν. τὰν ὀνάλαν κίς κε γινύειτει Ἐπιγρ. Λαρίσης, Mitth. d. d. arch. Inst. VII, σ. 66, 66 Πρβλ. Hermes 1882, σ. 470. Ἡ λέξ. σημαίνει ἀνάλωμα, ἴδε ὀνάλουμα.

Greek Monolingual

ὀνάλα, ἁ (Α)
(θεσσαλικός τ.) ανάλωμα, δαπάνη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀναλῶ (για την πρόθεση ον
βλ. λ. ανα-), πιθ. αναλογικά προς το ουσ. δαπάνη. Στην Αρκαδική, αντίθετα, μαρτυρείται τ. δαπανούμενα, κατά το ἀναλούμενα].