Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀναγρόβοτος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ὀναγρόβοτος Medium diacritics: ὀναγρόβοτος Low diacritics: οναγρόβοτος Capitals: ΟΝΑΓΡΟΒΟΤΟΣ
Transliteration A: onagróbotos Transliteration B: onagrobotos Transliteration C: onagrovotos Beta Code: o)nagro/botos

English (LSJ)

ον,

   A grazed by wild asses, ὀροπέδια Str.12.6.1.

German (Pape)

[Seite 344] von Waldeseln beweidet, Strab. 12, 6, 1.

Greek Monolingual

ὀναγρόβοτος, -ον (Α)
(για τόπο) αυτός όπου βόσκουν όναγροι («τὰ τῶν Λυκαόνων ὀροπέδια ψυχρὰ καὶ ψιλὰ καὶ ὀναγρόβοτα», Στράβ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὄναγρος + -βοτος (< βόσκω), πρβλ. ιππό-βοτος, μηλό-βοτος].