Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀξάλμη

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: ὀξάλμη Medium diacritics: ὀξάλμη Low diacritics: οξάλμη Capitals: ΟΞΑΛΜΗ
Transliteration A: oxálmē Transliteration B: oxalmē Transliteration C: oksalmi Beta Code: o)ca/lmh

English (LSJ)

   A, (ὄξος) sauce made of vinegar and brine, Cratin.143, Ar.V. 331 (anap.), Gal.6.616, al.; mentioned as a natural product of Sicily, Arist.Mete.359b15 ; used medicinally, Apollon. ap. Philum.Ven.32.3 :—written ἐξάλμη, UPZ89.14 (ii B. C.).

German (Pape)

[Seite 351] ἡ, eine Brühe von Essig und Salzwasser; Ar. Vesp. 331; Cratin. bei Ath. IX, 385 e.

Greek (Liddell-Scott)

ὀξάλμη: ἡ, (ὄξος) ἅλμη μετὰ ὄξους, Κρατ. ἐν «Ὀδυσσεῦσιν» 5. 3, Ἀριστοφ. Σφ. 331· μνημονεύεται ὡς γινομένη ἐν Σικελίᾳ «ἐκεῖ (ἐν τῇ Σικανικῇ τῆς Σικελίας) ὀξάλμη γίνεται, καὶ χρῶνται καθάπερ ὄξει πρὸς ἔνια τῶν ἐδεσμάτων» Ἀριστ. Μετεωρ. 2. 4, 40· ἦτο ἐν χρήσει ὡς ἥδυσμα, Πολυδ. Ϛ΄, 68.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
sauce au vinaigre et à la saumure.
Étymologie: ὀξύς, ἅλμη.

Greek Monolingual

η (Α ὀξάλμη και ἐξάλμη)
παρασκεύασμα από ξίδι, αναμεμιγμένο με άλμη, που χρησιμοποιείται κυρίως για τη διατήρηση τών τροφίμων, αλλά στην αρχαιότητα χρησιμοποιούνταν και στην ιατρική.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὄξος «ξίδι» + ἅλμη.

Greek Monotonic

ὀξάλμη: ἡ (ὄξος), σάλτσα από ξίδι και άρμη, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ὀξάλμη: ἡ уксусный рассол Arph.

Middle Liddell

ὀξ-άλμη, ἡ, ὄξος
a sauce of vinegar and brine, Ar.