Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀξερίας

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ὀξερίας Medium diacritics: ὀξερίας Low diacritics: οξερίας Capitals: ΟΞΕΡΙΑΣ
Transliteration A: oxerías Transliteration B: oxerias Transliteration C: okserias Beta Code: o)ceri/as

English (LSJ)

ὁ,

   A = τυρὸς χλωρός (Poll.) or τυρὸς ἀχρεῖος (Hsch.), name of a Sicilian cheese, Com.Adesp.880 (fort. ξερίας).

German (Pape)

[Seite 351] τυρός, ὁ, Käse von geronnener Milch, VLL., nach Poll. 6, 48 sicilisch, auch ὀξυρίας geschrieben.

Greek (Liddell-Scott)

ὀξερίας: ὁ, ὄνομα Σικελικοῦ τινος τυροῦ, Κωμικ. Ἀνώνυμ. 320· ὀξηρίας, Λοβ. Παθολ. 492. - Καθ᾿ Ἡσύχ.: «ὀξερίας· τυρὸς ἀχρεῖος».

Greek Monolingual

ὀξερίας και πιθ. ξερίας, ὁ (Α)
ονομασία τυριού της Σικελίας, κατά τον Πολυδεύκη «τυρὸς χλωρός», κατά τον Ησύχ. «τυρὸς ἀχρεῑος».
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. έχει σχηματιστεί πιθ. από αμάρτυρο ὀξερός (< ὀξύς, πρβλ. γλυκύς: γλυκερός) με επίθημα -ίας, χαρακτηριστικό ονομάτων κρασιών, ψωμιών, τυριών (πρβλ. ὀβελίας, πιτυρίας, ὀπίας). Η υπόθεση ότι πρόκειται για τ. σχηματισμένο από συμφυρμό του άρθρου ό με τον τ. ξερίας (< ξηρός) προσκρούει σε μορφολογικές δυσχέρειες].

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: name of a Sicilian cheese (Com.Adesp. 880 from Poll. 6, 48), after H. = τυρὸς ἀχρεῖος.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Formation like ὀπίας (: ὀπός) kind of cheese, ὀβελίας (: ὀβελός) kind of bread and other names of victuals (Chantraine Form. 94 f.); so from *ὀξερός ( : ὀξύς) like γλυκερός ( : γλυκύς) ? Scheller Münch. Stud. 6, 87. After Bolling Lang. 12, 220 false for ὁ ξερίας ( : ξερός, ξηρός) v. sim.; the article which must be assumed makes difficulties.

Frisk Etymology German

ὀξερίας: {okserías}
Grammar: m.
Meaning: N. eines sizilischen Käses (Kom.Adesp. 880 aus Poll. 6, 48), nach H. = τυρὸς ἀχρεῖος.
Etymology : Bildung wie ὀπίας (:ὀπός) Art Käse, ὀβελίας (:ὀβελός) Art Brot und andere Bezeichnungen von Lebensmitteln (Chantraine Form. 94 f.); somit von *ὀξερός ( : ὀξύς) wie γλυκερός ( : γλυκύς) ? Scheller Münch. Stud. 6, 87. Nach Bolling Lang. 12, 220 falsch für ὁ ξερίας ( : ξερός, ξηρός) od. a.; der anzunehmende Artikel macht Schwierigkeiten.
Page 2,399