Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀπάων

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ὀπάων Medium diacritics: ὀπάων Low diacritics: οπάων Capitals: ΟΠΑΩΝ
Transliteration A: opáōn Transliteration B: opaōn Transliteration C: opaon Beta Code: o)pa/wn

English (LSJ)

[ᾱ], ονος, ὁ, as in Hom. and Trag.; later Ion. ὀπέων, ωνος, Hdt.9.50,51, restored by Dind. in 5.111 : (v. ὀπάζω fin.) :—

   A comrade in war, esquire, denoting the slight subordination in which one hero stood to another, as Meriones to Idomeneus, Il.8.263, 10.58, etc. ; Phoenix to Peleus, 23.360 ; so, = ὑπασπιστής, Hdt.5.111.    2 generally, follower, attendant, B.17.35, Hdt.9.50,51, A.Ch.769, Supp. 492,954, S.Ant.1108 ; ὀ. μήλων a shepherd, Pi.P.9.64 ; of a female, h.Cer.440. —Cf. ὀπηδός.    II as Adj., following, ὀπάονι ῥιπῇ Opp. H.5.489 ; ὀ. Νύμφην IG14.1389i52.

German (Pape)

[Seite 356] ονος, ὁ (ἕπομαι, vgl. ὀπαδός), Geleiter, Gefährte, der hinterhergeht, bes. Waffengefährte, untergeordnet dem, den er begleitet, wie Meriones ein ὀπάων des Idomeneus ist, Il. 8, 263. 10, 88 u. öfter, Phönir des Peleus, 23, 360; μήλων, der die Schaafe begleitet, Schaafhirt, Pind. P. 9, 66; σὺν φίλοις ὀπάοσι, Aesch. Suppl. 932, wie Ch. 758; Soph. Ant. 1095, die Begleiter, Diener, wie O. C. 1105; Eur. öfter; bei Her. 5, 111 dem vorangehenden ὑπασπιστής entsprechend; einzeln bei sp. D., wie Opp. Hal. 5, 489, wo es adj. gebraucht ist.

Greek (Liddell-Scott)

ὀπάων: [ᾱ], -ονος, ὁ, ὡς παρ’ Ὁμήρῳ· παρὰ τοῖς μετέπειτα Ἴωσιν ὀπέων, -ωνος, Ἡρόδ. 9. 50, 51, ἐκ διορθώσεως τοῦ Δινδ. 5. 111· (ἴδε ὀπάζω ἐν τέλ.). Σύντροφος ἐν πολέμῳ, ὁπλοφόρος, δηλοῖ δὲ τὴν μικρὰν διαφορὰν ὡς πρὸς τὸ ἀξίωμα μεταξὺ τῶν ἡρώων, οἷον μεταξὺ Μηριόνου καὶ Ἰδομενέως, Ἰλ. Θ. 263, Κ. 58, κτλ.· μεταξὺ τοῦ Φοίνικος καὶ τοῦ Πηλέως, Ψ. 360· οὕτως = ὑπασπιστής. Ἡρόδ. 5. 111. 2) καθόλου, ἀκόλουθος, θεράπων, Λατ. famulus, Ἡρόδ. 9. 50, 51, Αἰσχύλ. Χο. 769, Ἱκέτ. 492, 954, Σοφ. Ἀντ. 1108· ὀπ. μήλων, ποιμήν, Πινδ. Π. 9. 114 ἐπὶ γυναικός, Ὁμ. Ὕμν. εἰς Δήμ. 440. - Πρβλ. ὀπαδός. ΙΙ. ὡς ἐπίθετ., ἀκολουθῶν, ἑπόμενος, ὀπάονι ῥιπῇ Ὀππ. Ἁλ. 5. 489 ὀπ. Νύμφην Ἀνθολ. Π. παράρτ. 51, 52. - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 219.

French (Bailly abrégé)

ὀπάονος (ὁ, ἡ)
1 compagnon, compagne;
2 suivant, suivante.
Étymologie: cf. ὀπηδός et ὀπάζω.

English (Autenrieth)

ονος (cf. ἕπω, ὀπάζω): atte<<>*<>>dant, ‘armor-bearer,’ ‘esquire.’ (Il.)

English (Slater)

ὀπᾱων
   1 attendant i. e. shepherd. “Ἀπόλλων, ἀνδράσι χάρμα φίλοις, ἄγχιστον ὀπάονα μήλων” (P. 9.64)

Greek Monolingual

ὀπάων, -ονος, ιων. τ. ὀπέων, -ωνος ή -ονος, ὁ (Α)
1. σύντροφος στον πόλεμο, συμπολεμιστής
2. υπασπιστής
3. ακόλουθος, θεράπων («οἵ τέ σφεων ὀπέονες ἀποπεμφθέντες... ἀποκεκληίατο ὑπὸ τῆς ἵππου», Ηρόδ.)
4. ως επίθ. αυτός που ακολουθεί, ο επόμενος («ὀπάονι ῥιπῇ», Οππ.)
5. φρ. «ὀπάων μήλων» — βοσκός, ποιμένας (Πίνδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. οπάζω].

Greek Monotonic

ὀπάων: [ᾱ], -ονος, ὁ, Ιων. ὀπέων, -ωνος (ὀπάζω),
I. 1. σύντροφος στον πόλεμο, αυτός που κρατάει τα όπλα του πολεμιστή-ήρωα, όπως ο Μηριόνης του Ιδομενέα, ο Φοίνικας του Πηλέα, σε Ομήρ. Ιλ.
2. γενικά, ακόλουθος, υπηρέτης, Λατ. famulus, σε Ηρόδ., Αισχύλ. κ.λπ.
II. ως επίθ., συνοδευτικός, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ὀπάων: ион. ὀπέων, ονος (ᾱ)
1) ὁ спутник, боевой помощник, оруженосец Hom.;
2) ὁ и ἡ слуга или служанка Her., Aesch., Soph.;
3) ὁ пастух (μήλων Pind.).

Etymological

-ονος
Grammatical information: m.
Meaning: fellow, companion (Il.);
Other forms: ὀπέων, -ωνος (Hdt.).
Dialectal forms: Myc. oqawoni (Heubeck IF 63, 116).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]X [probably]
Etymology: From ὀπά-[F]ων belonging to the followers, suite, from *ὀπά f. followers, suite, verbal noun of ἕπομαι (on the psilosis s. v. ὀπάζω). Cf. the synonymous κοινών, -άν (< -άων). Bechtel Lex. s. v. (after Fick 1, 141 a.o.), Schwyzer 521. Older lit. (with explanations that must be rejected) in Bq; to be rejected also Prellwitz Glotta 19, 98.

Middle Liddell

ὀπά¯ων, ονος, ὁ, ὀπάζω
I. a comrade in war, an esquire, such as was Meriones to Idomeneus, Phoenix to Peleus, Il.