Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀπαῖος

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: ὀπαῖος Medium diacritics: ὀπαῖος Low diacritics: οπαίος Capitals: ΟΠΑΙΟΣ
Transliteration A: opaîos Transliteration B: opaios Transliteration C: opaios Beta Code: o)pai=os

English (LSJ)

α, ον,

   A with a hole or opening, διὰ τῆς ὀπαίας κεραμίδος, = διὰ τῆς καπνοδόκης, through the tile with a hole in it (for the smoke to escape), Diph.84, cf. Moer.p.292 P . . Poll.2.54 :—also ὀπαῖον, τό, IG 12.374.127-139(pl.), Plu.Per.13 ; cf. ὀπή.—On the reading ἀν' ὀπαῖα Od.1.320, v. ἀνοπαῖα.

German (Pape)

[Seite 356] mit einer Oeffnung, einem Loche, ὀπαία κεραμίς, ὀπαία θυρίς; auch ohne Zusatz, ἡ ὀπαία, der Dachziegel, in welchem das die Stelle des Rauchfangs vertretende Loch ist, Rauchloch, Luftloch, VLL.; nach Moeris der attische Ausdruck für das hellenistische καπνία. – Auch τὸ ὀπαῖον, der Theil des Daches, wo das Rauchloch angebracht ist, vgl. Plut. Pericl. 13. – S. auch ἀνοπαῖος.

Greek (Liddell-Scott)

ὀπαῖος: -α, -ον, ὁ ἔχων ὀπὴν ἢ ἄνοιγμα, διὰ τῆς ὀπαίας κεραμίδος = διὰ τῆς καπνίας, διὰ μέσου τῆς καπνοδόχου κεραμίδος, τῆς ἐχούσης δηλ. ὀπὴν (ὅπως ἐκφεύγῃ ὁ καπνός), Δίφιλος ἐν «Χρυσοχόῳ» 1, πρβλ. ὀπὴ καὶ ἴδε Μοῖριν σ. 292, Πολυδ. Β΄, 54· οὕτως, ὀπ. θυρίς, Ἡσύχ.· ὡσαύτως ὄπαιον, τό, Πλουτ. Περικλ. 13· πρβλ. ὀπὴ. - Περὶ τῆς γραφῆς ἀν’ ὀπαῖα ἐν Ὀδ. Α. 320, ἴδε ἐν λέξ. ἀνοπαῖα.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
qui a un trou, une ouverture ; τὸ ὀπαῖον, partie du toit où est le trou pour le passage de la fumée.
Étymologie: ὀπή.

English (Autenrieth)

(ὀπή): with an opening; neut. pl. as subst., ἀν' ὀπαῖα (v. l. ἀνοπαῖα, q. v.), through the loop-holes, i. e. between the rafters under the eaves, Od. 1.320†. These spaces were in later times closed, and termed specifically μετόπαι. (See cut No. 83.)

Greek Monolingual

-α, -ο (Α ὀπαῑος, -αία, -ον) οπή
αυτός που έχει οπή ή άνοιγμα
νεοελλ.
το ουδ. ως ουσ. το οπαίο
α) ναυτ. μεγάλη τετράπλευρη οπή του καταστρώματος πλοίου, όπου στερεώνεται η έδρα του μεγάλου επιστηλίου
β) στρ. η κεντρική οπή του κλείστρου τών πυροβόλων διά μέσου της οποίας μεταδίδεται η φλόγα από τον πυροδοτικό μηχανισμό προς το προωθητικό γέμισμα
αρχ.
1. το ουδ. ως ουσ. η οπή της στέγης από την οποία έμπαινε το φως και έβγαινε ο καπνός
2. φρ. «διὰ τῆς ὀπαίας κεραμίδος» — από την οπή που βρισκόταν στη στέγη και από την οποία έμπαινε το φως της ημέρας και έβγαινε ο καπνός της εστίας.