Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀπεύει

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὀπεύει Medium diacritics: ὀπεύει Low diacritics: οπεύει Capitals: ΟΠΕΥΕΙ
Transliteration A: opeúei Transliteration B: opeuei Transliteration C: opeyei Beta Code: o)peu/ei

English (LSJ)

περισκοπεῖ, βλέπει, Hsch. (but cf. ὀπιπεύει Id.). ὀπέων,

   A v. ὀπάων.

Greek Monolingual

ὀπεύει (Α)
(κατά τον Ησύχ.) «περισκοπεῑ, βλέπει».
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται με τη ρίζα οπ- (βλ. όπωπα)
πρβλ. και οπιπεύω].