Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀσμήρης

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ὀσμήρης Medium diacritics: ὀσμήρης Low diacritics: οσμήρης Capitals: ΟΣΜΗΡΗΣ
Transliteration A: osmḗrēs Transliteration B: osmērēs Transliteration C: osmiris Beta Code: o)smh/rhs

English (LSJ)

ες,

   A smelling, odorous, Nic.Al.237.

German (Pape)

[Seite 396] ες, riechend, sowohl wohlriechend, als stinkend; Nic. Al. 237, wo es der Schol. erkl. ὀδμὴν ἔχουσα εὐώδη.

Greek (Liddell-Scott)

ὀσμήρης: -ες, ὁ ἔχων ὀσμήν, μυρίζων, πλήρης ὀσμῆς, Νικ. Ἀλεξιφ. 237· - ὡσαύτως ὀσμηρός, ά, όν, ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 2. 57.

Greek Monolingual

ὀσμήρης, -ῆρες (Α)
αυτός που αναδίδει οσμή, οσμηρός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὀσμή + κατάλ. -ήρης (πρβλ. κλιν-ήρης)].