Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀσμητός

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ὀσμητός Medium diacritics: ὀσμητός Low diacritics: οσμητός Capitals: ΟΣΜΗΤΟΣ
Transliteration A: osmētós Transliteration B: osmētos Transliteration C: osmitos Beta Code: o)smhto/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A smelt : that can be smelt, Thphr.Sens.90.

German (Pape)

[Seite 396] gerochen, riechbar, Theophr.

Greek (Liddell-Scott)

ὀσμητός: -ή, -όν, ὃν δύναταί τις νὰ ὀσφρανθῇ, Θεοφρ. Ἀποσπάσμ. 1. 90.

Greek Monolingual

ὀσμητός, -ή, -όν (Α) οσμώμαι
αυτός τον οποίο μυρίζει κανείς ή αυτός τον οποίο μπορεί κανείς να μυρίσει.