Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀσφραντός

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ὀσφραντός Medium diacritics: ὀσφραντός Low diacritics: οσφραντός Capitals: ΟΣΦΡΑΝΤΟΣ
Transliteration A: osphrantós Transliteration B: osphrantos Transliteration C: osfrantos Beta Code: o)sfranto/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A that can be smelt, Id.de An.421b6, Sens.445b1 sq., Sor.1.67, Gal.11.54, Porph.Abst.1.33.

German (Pape)

[Seite 401] gerochen, riechbar, Arist. de anima 2, 9.

Greek (Liddell-Scott)

ὀσφραντός: -ή, -όν, ὅν τις δύναται νὰ ὀσφρανθῇ, Ἀριστ. περὶ Ψυχῆς 2. 9, 1, π. Αἰσθ. 5. 28 κἑξ.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α ὀσφραντός, -ή, -όν)
αυτός τον οποίο μπορεί κανείς να οσφρανθεί, αυτός που ερεθίζει το αισθητήριο της όσφρησης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ὀσφραν- του ὀσφραίνομαι + επίθημα -τός].

Russian (Dvoretsky)

ὀσφραντός: обладающий запахом, пахучий Arst.