Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀτόστυλλος

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ὀτόστυλλος Medium diacritics: ὀτόστυλλος Low diacritics: οτόστυλλος Capitals: ΟΤΟΣΤΥΛΛΟΣ
Transliteration A: otóstyllos Transliteration B: otostyllos Transliteration C: otostyllos Beta Code: o)to/stullos

English (LSJ)

ὁ, or -ον, τό, a plant, Epich.161.

German (Pape)

[Seite 405] ὁ, eine Pflanze, Ath. II, 71 a.

Greek Monolingual

ὀτόστυλλος, ό, και ὀτοστυλλον, τὸ (Α)
είδος φυτού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ονομ. φυτού άγνωστης ετυμολ. Έχει προταθεί η διόρθωση του τ. σε ὀπόφυλλον].