Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀχετηγία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὀχετηγία Medium diacritics: ὀχετηγία Low diacritics: οχετηγία Capitals: ΟΧΕΤΗΓΙΑ
Transliteration A: ochetēgía Transliteration B: ochetēgia Transliteration C: ochetigia Beta Code: o)xethgi/a

English (LSJ)

ἡ,

   A irrigation by ditches, Suid., v.l. in Procop.Goth.4.12.

German (Pape)

[Seite 429] ἡ, Leitung in Gräben, Kanälen (?).

Greek (Liddell-Scott)

ὀχετηγία: ἡ, ἄρδευσις δι’ ὀχετῶν, Σουΐδ., Προκοπ. Γοτθ. πόλ. 4. 12.

Greek Monolingual

ὀχετηγία και δ. γρφ. ὀχεταγωγία, ἡ (Α) οχετηγός
άρδευση με αγωγό, με οχετό.