Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὁθούνεκα

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ὁθούνεκα Medium diacritics: ὁθούνεκα Low diacritics: οθούνεκα Capitals: ΟΘΟΥΝΕΚΑ
Transliteration A: hothoúneka Transliteration B: hothouneka Transliteration C: othoyneka Beta Code: o(qou/neka

English (LSJ)

for ὅτου ἕνεκα (as οὕνεκα for οὗ ἕνεκα),

   A because, c. ind., S. Aj.123, 553, etc. ; ζηλῶ σ' ὁ. . . A.Pr.332.    II = ὡς or ὅτι, that, c. ind., S.El.47, 617, 1308, Ph.634, etc. : rarely c. opt., Id.OC944, OT 1271.

Greek (Liddell-Scott)

ὁθούνεκα: ἀντὶ ὅτου ἕνεκα (ὡς οὕνεκα ἀντὶ οὗ ἕνεκα), μεθ’ ὁριστ., Σοφ. Αἴ. 123, 553, κτλ.· μετ’ εὐκτ. ἐν πλαγίῳ λόγῳ, ὁ αὐτ. ἐν Ο. Τ. 1271 ΙΙ. ὡς τὸ οὕνεκα ὡσαύτως ἐν χρήσει παρὰ Τραγ. ἁπλῶς ἀντὶ τοῦ ὡς ἢ ὅτι, Λατ. quod, μεθ’ ὁριστ., Αἰσχύλ. Πρ. 330, Σοφ. Ἠλ. 47, 617, 1308, Φιλ. 634, κτλ. σπανίως μετ’ εὐκτ., Σοφ. Ο. Κ. 944. - Περὶ τοῦ τύπου ἴδε Λοβ εἰς Σοφ. Αἴαντ. σ. 339, Buttm. Ausf. Gr. § 29, Anm. 14.

French (Bailly abrégé)

v. ὁθοὔνεκα.

Greek Monolingual

ὁθούνεκα και ὁθούνεκεν (Α)
1. επειδή, διότι («ζηλῶ σ' ὁθούνεκα ἐκτὸς αἰτίας κυρεῑς», Αισχύλ.)
2. (ειδ. σύνδ.) ότι («ἄγγελε... ὁθούνεκα τέθνηκ' Ὀρέστης», Σοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὅπου ἕνεκα / ἕνεκεν με κράση (πρβλ. τὸ ἔπος> τοὖπος) και τροπή του -τ- σε -θ- λόγω της δασείας του ἕνεκα (πρβλ. τα ὅπλα > θὦπλα)].

Greek Monotonic

ὁθούνεκα: αντί ἕνεκα (όπως οὕνεκα αντί οὗ ἕνεκα
I. επειδή, διότι, σε Σοφ.
II. όπως το οὕνεκα, απλώς αντί ὡς ή ὅτι, ότι, Λατ. quod, στους Τραγ.

Russian (Dvoretsky)

ὁθούνεκα: иногда ὁθ-οὔνεκα
1) (= ἕνεκα или ὅτι) что: οἶδ᾽ ὁθοὔνεχ᾽ ἵξεται Soph. я знаю, что он придет;
2) потому что, ибо (ἐποικτίρω δέ νιν, ὁ. ἄτῃ συγκατέζευκται κακῇ Soph.).

Middle Liddell

[for ὅτου ἕνεκα as οὕνεκα for οὗ ἕνεκα
I. because, Soph.
II. like οὕνεκα, simply for ὡς or ὅτι, that, Lat. quod, Trag.