Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὁλάργυρος

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: ὁλάργῠρος Medium diacritics: ὁλάργυρος Low diacritics: ολάργυρος Capitals: ΟΛΑΡΓΥΡΟΣ
Transliteration A: holárgyros Transliteration B: holargyros Transliteration C: olargyros Beta Code: o(la/rguros

English (LSJ)

ον,

   A of solid silver, Ptol.Euerg.9 J., Callix.2 ; νόμισμα Ph.2.276.

German (Pape)

[Seite 318] ganz silbern, τράπεζα, Ath. V, 199 c.

Greek (Liddell-Scott)

ὁλάργῠρος: -ον, ὡς καὶ νῦν, ὅλος ἐξ ἀργύρου, Καλλίξ. παρ’ Ἀθην. 199C.

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ ὁλάργυρος, -ον, Α και ὁλοάργυρος, -ον)
αυτός που είναι ολόκληρος κατασκευασμένος από άργυρο, ασημένιος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ολ(ο)- + ἄργυρος].