Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὁμάϊον

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὁμάϊον Medium diacritics: ὁμάϊον Low diacritics: ομάϊον Capitals: ΟΜΑΪΟΝ
Transliteration A: homáïon Transliteration B: homaion Transliteration C: omaion Beta Code: o(ma/i+on

English (LSJ)

τό, (ἀΐω)

   A v. ὁμάκοοι.

German (Pape)

[Seite 329] τό, = ὁμακοεῖον, die Schule, Eust. 799, 17.

Greek (Liddell-Scott)

ὁμάϊον: τό, (ἀΐω) ἴδε ἐν λέξ. ὁμάκοοι.

Greek Monolingual

ὁμάϊον, τὸ (ΑΜ)
το σύνολο τών ακροατών, τών μαθητών του Πυθαγόρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)- + ἄιον «επιθανάτια εκπνοή» (< αἴω [II] «εκπνέω, πεθαίνω»). Οι Σχολαστικοί χρησιμοποίησαν τον τ. με τη σημ. «σύνολο ακροατών» σε μια προσπάθεια να συσχετίσουν το ρ. αἴω (Ι) «ακούω, αντιλαμβάνομαι» με το αἴω (ΙΙ), που διαφέρουν σημασιολογικά, μολονότι μορφολογικά ανάγονται σε παρόμοια αλλά διαφορετική ρίζα (βλ. λ. αίω [Ι])].