Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὁμαίμιος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ὁμαίμιος Medium diacritics: ὁμαίμιος Low diacritics: ομαίμιος Capitals: ΟΜΑΙΜΙΟΣ
Transliteration A: homaímios Transliteration B: homaimios Transliteration C: omaimios Beta Code: o(mai/mios

English (LSJ)

ον,

   A related by blood, Pi.N.6.16; cf. sq.

German (Pape)

[Seite 328] von verwandtem Blute, Pind. N. 6, 16.

Greek (Liddell-Scott)

ὁμαίμιος: -ον, ἔχων συγγένειαν αἵματος, Πινδ. Ν. 6. 29· πρβλ. ὅμαιμος.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
c. ὅμαιμος.
Étymologie: ὁμός, αἷμα.

English (Slater)

ὁμαίμιος
   1 of one's own blood ἴχνεσιν ἐν Πραξιδάμαντος ἑὸν πόδα νέμων πατροπάτορος ὁμαιμίου (ὁμαιμίοις coni. Schr.) (N. 6.16)

Greek Monolingual

ὁμαίμιος, -ον (Α)
(ποιητ. τ.) βλ. όμαιμος.

Greek Monotonic

ὁμαίμιος: -ον (αἷμα), συγγενής εξ αίματος, σε Πίνδ.

Russian (Dvoretsky)

ὁμαίμιος: Pind. = ὅμαιμος I.

Middle Liddell

ὁμ-αίμιος, ον, αἷμα
related by blood, Pind.