Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὁμοιόχρονος

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: ὁμοιόχρονος Medium diacritics: ὁμοιόχρονος Low diacritics: ομοιόχρονος Capitals: ΟΜΟΙΟΧΡΟΝΟΣ
Transliteration A: homoióchronos Transliteration B: homoiochronos Transliteration C: omoiochronos Beta Code: o(moio/xronos

English (LSJ)

ον,

   A of equal or like duration : in Prosody, of equal length, D.H.Comp.12.

German (Pape)

[Seite 336] von ähnlicher, gleicher Zeit, bes. in der Metrik, von ähnlicher Zeitlänge, D. Hal. u. Gramm.

Greek (Liddell-Scott)

ὁμοιόχρονος: -ον, ὁ ἔχων ὁμοίαν ἢ ἴσην διάρκειαν· ἐν τῇ προσῳδία, ὁ ἔχων τὸν αὐτὸν χρόνον, Διονύσ. Ἁλ. π. Συνθ. 12.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ὁμοιόχρονος, -ον)
1. αυτός που έχει ίση διάρκεια, ισόχρονος
2. (ειδ. στην προσωδία) αυτός που έχει ίσο χρόνο προφοράς, που έχει την ίδια προσωδία, που διαρκεί το ίδιο στην προφορά με έναν άλλο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομοι(ο)- + χρόνος (πρβλ. ετερό-χρονος)].