Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὄργια

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ὄργια Medium diacritics: ὄργια Low diacritics: όργια Capitals: ΟΡΓΙΑ
Transliteration A: órgia Transliteration B: orgia Transliteration C: orgia Beta Code: o)/rgia

English (LSJ)

ίων, τά,

   A secret rites, secret worship, practised by the initiated, a post-Hom. word ; used of the worship of Demeter at Eleusis, h.Cer.273,476. Ar.Ra.386, Th.948 ; of the rites of the Cabeiri and Demeter Achaia, Hdt.2.51,5.61; of Orpheus, Id.2.81; of Eumolpus, App.Anth.1.318 ; of Cybele, E.Ba.78 (lyr.): most freq. of the rites of Dionysus, Hdt.2.81, E.Ba.34, al., Theoc.26.13.    II generally, rites, sacrifices, SIG57.4 (Milet., v B. C.), A.Th.179 (lyr.), S.Tr.765, Ant.1013 ; ὄργια Μουσῶν Ar.Ra.356.    2 metaph., mysteries, without reference to religion, ἐπιστήμης Hp.Lex5 ; τοῖς τῆς Ἀφροδίτης ὀ. εἰλημμένον Ar.Lys.832, cf. Ach.Tat.4.1; τὰ Ἐπικούρου θεόφαντα ὄ. Metrod.38.—The sg. ὄργιον is rare, Jahresh.13Beibl.29 No.3 (Erythrae, iv B. C.), Luc.Syr.D.16, Orph.H.52.5. (Prob. cogn. with ἔρδω, ῥέζω, cf. ἔργον, ὀργεών.)

German (Pape)

[Seite 370] τά, geheime, religiöse Gebräuche, geheimer Gottesdienst; von den eleusinischen Mysterien, H. h. Cer. 274. 476; σεμνὰ θεαῖν, Ar. Thesm. 948; von dem geheimen Dienste der Kabiren und der Demeter Achäia, Her. 2, 51. 5, 61; später vorzugsweise vom Dienste des Bacchus, Eur. Bacch. 34. 79 u. öfter; τὰ μυστῶν ὄργι' εὐτύχησ' ἰδών, Herc. Fur. 613; Μουσῶν, Ar. Ran. 356; auch ὀργίοις τῆς Ἀφροδίτης εἰλημμένος, Lys. 832; öfter in später Prosa, wie Plut. u. Luc. – Uebh. heiliger Dienst, Gottesdienst, Opfer, φιλοθύτων δέ τοι πόλεος ὀργίων μνήστορες ἔστε μοι, Aesch. Spt. 180; ὅπ ως δὲ σεμνῶν ὀργίων ἐδαίετο φλόξ, Soph. Trach. 762, vgl. Ant. 1000, wo es auf die aus dem Feuer der Opfer entnommenen Weissagungen geht. – Auch = Geheimniß, bes. die Mysterien der Liebe, φιλο ύντων, Thall. 4 (IX, 220); ὄργια σιγῆς, Gall. 2 (Plan. 89), u. öfter in der Anth. – Es hängt wahrscheinlich mit ἔοργα zusammen, wie ἔρδειν bes. vom Opfern gesagt wird, vgl. Ilgen H. h. Apoll. Pyth. 212 u. Lob. Aglaoph. p. 301; einige Alte leiteten es ab von εἴργειν τοὺς ἀμυήτους αὐτῶν; Passow bemerkt: »für die Ableitung von ὀργάω, ὀργή, ὀργάς scheint dagegen die Analogie von θυσία, θύω, θυμός zu sprechen; der Grund der Benennung läge dann in der enthusiastischen Entzückung, mit der die ὄργια begangen wurden.«

Greek (Liddell-Scott)

ὄργια: -ίων, τά, μυστικαὶ τελεταί, μυστικὴ λατρεία τελουμένη ὑπὸ μόνων τῶν μεμυημένων, ἀκριβῶς ὡς τὰ μυστήρια, λέξις τῶν μεθ’ Ὅμηρον χρόνων, ἐν χρήσει ἐπὶ τῆς μυστηριώδους λατρείας τῆς Δήμητρος ἐν Ἐλευσῖνι, Ὁμ. Ὕμν. εἰς Δήμ. 274, 476, Ἀριστοφ. Βάτρ. 384, Θεσμ. 948· ἐπὶ τῶν τελετῶν τῶν Καβείρων καὶ τῆς Ἀχαιίτης Δήμητρος, Ἡρόδ. 2. 51., 5. 61· τῶν τοῦ Ὀρφέως, 2. 81· τοῦ Εὐμόλπου, Συλλ. Ἐπιγρ. 401· - ἀλλὰ συνηθέστατα ἐπὶ τῶν τελετῶν τοῦ Διονύσου μετὰ τῶν καθιερώσεων αὐτῶν καὶ ἁγνισμῶν, ἅτινα ἐν μέρη ἐπεδείκνυντο εἰς τοὺς μὴ μεμυημένους, ἀλλὰ δὲν ἐδίδετο καὶ ἡ ἑρμηνεία αὐτῶν, Ἡρόδ. αὐτόθι, Εὐρ. Βάκχ. 34. 79, κ. ἀλλ., Θεόκρ. 26. 13. ΙΙ. πᾶσα λατρεία περιέχουσα τελετάς, θυσίας, κ.τ.τ., Αἰσχύλ. Θήβ. 180, Σοφ. Τρ. 765, Ἀντ. 1013· ὄργια Μουσῶν Ἀριστοφ. Βάτρ. 356. 2) παντὸς εἴδους μυστήρια ἀσχέτως πρὸς τὴν θρησκείαν, Ἐρωτιαν. Ἱππ. Λεξικ. σ. 284· τοῖς τῆς Ἀφροδίτης ὀργίοις εἰλημμένον Ἀριστοφ. Λυσ. 832, πρβλ. Ἰακώψ. εἰς Ἀχιλλ. Τάτ. 689. - Τὸ ἑνικ. ὄργιον εἶναι σπάν., Λουκ. π. τῆς Συρ. Θεοῦ 16, Ὀρφ. Ὕμν. 52. 5 (Πιθαν. ἐκ τοῦ *ἕργω = ἕρδω, ῥέζω ἐπὶ τῆς σημασίας τοῦ τελῶ ἱερὰς τελετάς, sacra facere· ἐντεῦθεν καὶ ὀργεών).

French (Bailly abrégé)

v. ὄργιον.

English (Slater)

ὄργια (τά)
   1 rites ]ὀργίοις α[ fr. 140a. 78 (52).

Greek Monolingual

και οργυιά, η (ΑΜ ὀργυιά, Α ιων. τ. ὄργυια και ὀργυιή, αττ. τ. ὄργυα, ποιητ. τ. ὀρόγυια)
μονάδα μήκους ίση με την απόσταση τεντωμένων χεριών από το ένα άκρο μέχρι το άλλο και η οποία είναι 6 περίπου πόδια
νεοελλ.
αγγλικό μέτρο μήκους ίσο με δύο γιάρδες, δηλ. 1,83 μέτρα
αρχ.
1. χωρομετρική ράβδος, 91/4 βασιλικές σπιθαμές
2. (κατά τον Ηρόδ.) «αἱ ἑκατὸν ὀργυιαὶ δίκαιαί εἰσι στάδιον ἑξάπλεθρον ἑξαπέδου μὲν τῆς ὀργυιῆς μετρεομένης καὶ τετραπήχεος».
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ὀργυιά έχει τη μορφή θηλ. μτχ. ενός αμάρτυρου παρακειμένου χωρίς διπλασιασμό και χωρίς χρονική αύξηση (πρβλ. ἄγυια) του ρήματος ὀρέγω «απλώνω, εκτείνω». Ο τ. ὀργυιά έχει προέλθει πιθ. με συγκοπή από αρχικό τ. ὀρογυιά, ο οποίος με τη σειρά του έχει σχηματιστεί είτε αφομοιωτικά από αμάρτυρο τ. ὀρεγυιά είτε από την ετεροιωμένη βαθμίδα της ρίζας του ὀρέγω. Κατ' άλλη άποψη, ο τ. ὀργυιά έχει προέλθει με συγκοπή και βράχυνση του -ω- σε -ο- (πριν από ηχηρό σύμφωνο) από αμάρτυρο τ. μτχ. ὠρογυιά ενός αρχ. παρακμ. ὤρογα. Ο τ. ὀρόγυια, εξάλλου, πρέπει να είναι δευτερογενής και εξηγείται με ανάπτυξη φωνήεντος πριν από υγρό σύμφωνο. Με ανάπτυξη φωνήεντος μπορεί να εξηγηθεί, τέλος, και το σύνθ. σε -ώρυγος, πεντώρυγος.

Greek Monotonic

ὄργια: -ίων, τά,
I. όργια, δηλ. μυστικές τελετουργίες, μυστηριακή λατρεία, που τελείται μόνο από μυημένους, λέγεται για τη μυστηριακή λατρεία της Δήμητρας στην Ελευσίνα, σε Ομηρ. Ύμν., Αριστοφ.· αλλά, συχνά λέγεται για τις τελετουργίες του Βάκχου (Διονύσου), σε Ηρόδ., Ευρ.
II. κάθε λατρεία, τελετουργία, θυσίες, σε Αισχύλ., Σοφ. (πιθ. από το *ἔργω = ἔρδω, ῥέζω, με τη σημασία της τέλεσης ιερών τελετουργιών, sacra facere).

Russian (Dvoretsky)

ὄργια: τά
1) культ. оргии, тайные обряды, мистерии: ὄ. θεαῖν Arph. мистерии в честь обеих богинь (т. е. Деметры и Персефоны); ὄ. τῆς Ἀφροδίτης Arph. оргии в честь Афродиты;
2) священнодействие или жертвоприношение: ὀργίων μαντεύματα Soph. пророчества жертвоприношений;
3) празднество, праздник (Μουσῶν Arph.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: n. pl. (rarely -ιον sg.).
Meaning: secret religious customs, sacred secret service (IA.).
Derivatives: ὀργιάς, -άδος f. belonging to ὄ., orgiastic (Man.), ὀργιάζω, also w. ἐξ-, συν- a.o. 'to celebrate ., to initiate into the .' (E., Pl., Ph.) with ὀργιασ-μός m. celebration of the ὄ., -τής m. participant in the ὄ. (Str., Plu.). -τικός orgiastic, passionate (Arist.). Here also ὀργεών, also -(ε)ιών, -ῶνος m. member of a religious brotherhood (h. Ap. 389, Att.) with ὀργεωνικός (inscr. from ὄργια with suppression of the -ια after the other nom. in -εών (on this Chantraine Form. 163 f., Schwyzer 521); positing *ὄργος (Schwyzer l.c.) is unnecessary.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Acc. to traditional, prob. correct interpretation to ἔργον, ἔρδω ("the holy δρώμενα" v. Wilamowitz Glaube 2, 70) with o-vowel as in ὄργανον a. o. (s. v.); cf. e.g. λόγιον (: λόγος, λέγω). Or from ὀργή, ὀργάω? Chantraine Form. 55 considers because of the meaning foreign origin. On the history and meaning of ὄργια s. N. M. H. van den Burg Ἀπόρρητα, δρώ-μενα, ὄργια. Diss. Utrecht 1939.

Middle Liddell


I. orgies, i. e. secret rites, secret worship, practised by the initiated alone, of the secret worship of Demeter at Eleusis, Hhymn., Ar.;—but, most commonly, of the rites of Bacchus, Hdt., Eur.
II. any worship, rites, sacrifices, Aesch., Soph. [Prob. from * ἔργω = ἔρδω, ῥέζω, in the sense of performing sacred rites, sacra facere.]

Frisk Etymology German

ὄργια: {órgia}
Grammar: n. pl. (selten -ιον sg.)
Meaning: geheime religiöse Gebräuche, heiliger Geheimdienst (ion. att.);
Derivative: davon ὀργιάς, -άδος f. ‘zu den ὄ. gehörig, orgiastisch’ (Man.), ὀργιάζω, auch m. ἐξ-, συν- u.a. ’ὄ. feiern, in die ὄ. einweihen’ (E., Pl., Ph. usw.) mit ὀργιασμός m. ‘Feier der ὄ.’, -τής m. ‘Teilnehmer an d. ὄ.’ (Str., Plu. u.a.). -τικός orgiastisch, leidenschaftlich (Arist.). Hierher noch ὀργεών, auch -(ε)ιών, -ῶνος m. Mitglied einer religiösen Brüderschaft (h. Ap. 389, att.) mit ὀργεωνικός (Inschr. u.a. von ὄργια mit Ausmerzung des -ια nach den übrigen Nom. auf -εών (darüber Chantraine Form. 163 f., Schwyzer 521); die Ansetzung eines *ὄργος m. (Schwyzer a. O.) erübrigt sich.
Etymology : Nach gewöhnlicher, wohl richtiger Annahme zu ἔργον, ἔρδω ("die heiligen δρώμενα" v. Wilamowitz Glaube 2, 70) mit o-Vokal wie in ὄργανον u. a. (s. d.); vgl. noch z. B. λόγιον (: λόγος, λέγω). Oder von ὀργή, ὀργάω? Chantraine Form. 55 erwägt wegen der Bed. fremden Ursprung. Zur Geschichte und Bedeutung von ὄργια s. N. M. H. van den Burg Ἀπόρρητα, δρώμενα, ὄργια. Diss. Utrecht 1939.
Page 2,412