Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὄτοβος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ὄτοβος Medium diacritics: ὄτοβος Low diacritics: ότοβος Capitals: ΟΤΟΒΟΣ
Transliteration A: ótobos Transliteration B: otobos Transliteration C: otovos Beta Code: o)/tobos

English (LSJ)

ὁ,

   A any loud noise, as the din of battle, ὄ. ἄπλητος Hes. Th.709; rattling of chariots, A. Th.151, 204 (both lyr.); crash of thunder, S. OC1479 (lyr.); also of the flute, γλυκὺν αὐλῶν ὄ. Id.Aj.1202 (lyr.): pl., ὄ. κροτάλων Antim.Eleg.Fr.17.—The freq. Mss. reading ὀττοβέω, ὄττοβος is disproved by the metre. (Onomatop.)

German (Pape)

[Seite 405] ὁ, p. auch ὄττοβος (onomatop., toben), Getöse, Lärm; ἄτλητος, Hes. Th. 709; ἁρμάτων, Aesch. Spt. 136, wie ἁρμάκτυπος, 186; γλυκὺν αὐλῶν ὄτοβον, Soph. Ai. 1181; vom Donner, O. C. 1476; einzeln in späterer Prosa, wie Luc. qu. hist. scrib. 22.

Greek (Liddell-Scott)

ὄτοβος: ὁ, θόρυβος ἰσχυρός, κρότος, ὡς ἡ βοὴ τῆς μάχης, ὄτ. ἄπλητος Ἡσ. Θ. 709· ὁ κρότος τῶν πολεμικῶν ἁρμάτων, Αἰσχύλ. Θήβ. 151. 204· ὁ κρότος τῆς βροντῆς, Σοφ. Ο. Κ. 1479· ὡσαύτως ἐπὶ τοῦ αὐλοῦ, γλυκὺν αὐλῶν ὄτ. ὁ αὐτ. ἐν Αἴ. 1202· ὄτ. κροτάλων Ἀρτεμίδ. 94· Οὕτω τὸ ῥῆμα ὀτοβέω, ἠχῶ μεγάλως, κροτῶ, ἄγριον θόρυβον ποιῶ, κοτύλαις ὀτοβεῖ Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 55 πρβλ. ὑποτοβέω. - Οἱ συχνάκις ἐν τοῖς Ἀντιγράφοις ἀπαντῶντες τύποι ὀττοβέω, ὄττοβος ἀποδεικνύονται ἐσφαλμένοι διὰ τοῦ μέτρου. (Ἀναμφιβόλως ἐσχηματίσθη κατ’ ὀνοματοποιίαν.)

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
bruit retentissant.
Étymologie: DELG cf. ὀτοτοῖ, et -βος comme dans θόρυβος, φλοῖσβος, ἄραβος, κόναβος.

Greek Monotonic

ὄτοβος: ὁ, κάθε δυνατός θόρυβος, όπως ο κρότος της μάχης, σε Ησίοδ.· θόρυβος αρμάτων, σε Αισχύλ.· βροντή κεραυνού, σε Σοφ.· επίσης, λέγεται για τον οξύ ήχο του αυλού, γλυκὺν αὐλῶν ὄτοβον, στον ίδ. (ηχομιμ. λέξη).

Russian (Dvoretsky)

ὄτοβος: v. l. ὄττοβος
1) шум, грохот (ἄπλητος Hes.; ἁρμάτων Aesch.);
2) звуки, звучание, мелодия (αὐλῶν Soph.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: noise, sharp sound (Hes., A., S., Antim.).
Derivatives: ὀτοβ-έω to make noise, to din (A.).
Origin: ONOM [onomatopoia, and other elementary formations]. (PGX)
Etymology: Onomatopoetic wit βο-suffix as in θόρυβος, κόναβος a.o. -- Besides the reduplicated interj. ὀτοτοῖ ah!, woe! (trag.; Schwyzer-Debrunner 600 f.) with ὀτοτ-ύζω 'cry ὀτοτοῖ, lament' (A., Ar.; Schw. 716).

Middle Liddell

ὄτοβος, ὁ,
any loud noise, as the din of battle, Hes.; the rattling of chariots, Aesch.; the crash of thunder, Soph.; also of the flute, γλυκὺν αὐλῶν ὄτ. Soph. [Formed from the sound.]

Frisk Etymology German

ὄτοβος: {ótobos}
Grammar: m.
Meaning: Lärm, scharfer Ton (Hes., A., S., Antim.)
Derivative: mit ὀτοβέω lärmen, hell tönen (A. in anap. u. lyr.).
Etymology : Onomatopoetisch mit βο-Suffix wie in θόρυβος, κόναβος u.a. — Daneben die reduplizierte Interj. ὀτοτοῖ ‘ach!, weh!’ (Trag. in lyr.; Schwyzer-Debrunner 600 f.) mit ὀτοτύζωὀτοτοῖ rufen, wehklagen’ (A. in lyr., Ar. u.a.; Schw. 716).
Page 2,440