Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὄψον

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: ὄψον Medium diacritics: ὄψον Low diacritics: όψον Capitals: ΟΨΟΝ
Transliteration A: ópson Transliteration B: opson Transliteration C: opson Beta Code: o)/yon

English (LSJ)

τό,

   A cooked or otherwise prepared food, a made dish, eaten with bread and wine, ἐν δὲ . . σῖτον καὶ οἶνον ἔθηκεν, ὄψα τε Od.3.480; ἐν δέ οἱ ἀσκὸν ἔθηκε . . οἴνοιο... ἐν δὲ καὶ ᾖα κωρύκῳ, ἐν δέ οἱ ὄψα τίθει 5.267, cf.6.77, Il.9.489; παμπόνηρον ὄ. ὁ γέρανος Epich.87; ἄρτον, . . οἶνον... ὄψον Th.1.138 (taken in signf. 3 by D.S.11.57); ἄρτους, . . ὄψον... οἶνον Pl.Grg.518c; ὄ. ὀπτόν Ar.Eq.1106, cf. Av.900; ἐσθίουσι ἐπὶ τῷ σίτῳ ὄ. X.Mem.3.14.2, cf. 3.14.3; τῷ ὄ. (cuisine) τε καὶ τῷ οἴνῳ χαίροντα μᾶλλον ἢ τοῖς φίλοις ib.1.5.4; ὄ. ἕξουσιν, ἅλας τε δηλονότι καὶ ἐλάας καὶ τυρόν, καὶ βολβοὺς καὶ λάχανά γε, οἷα δὴ ἐν ἀγροῖς ἑψήματα, ἑψήσονται Pl.R.372c; opp. τραγήματα, Clearch.65; ὄψα . . καὶ τραγήματα, ὄψα . . καὶ μύρα, Pl.R.372e, 373a; Σικελικὴ ποικιλία ὄψου ib. 404d; φακῆν, ἥδιστον ὄψων Ar.Fr.23; τὴν ἔγχελυν . . ὄψων μέγιστον the greatest of delicacies, Anaxandr.39.6; ὄ. δὲ ταὐτὸν ἀεί ποτε πᾶσίν ἐστιν, ὕειον κρέας ἑφθόν (in the Spartan φειδίτια) Dicaearch. Hist.23; εἷς ἄρτος, ὄ. ἰσχάς Philem.85, cf. X.Cyr.1.2.8; [τέχνη] ἡ τοῖς ὄ. (dishes) τὰ ἡδύσματα (sauces, seasonings) [ἀποδιδοῦσα μαγειρικὴ καλεῖται] Pl. R.332d, cf. Tht.175e, Plu.2.99d; ὄ. ὀξέα καὶ δριμέα καὶ ἁλμυρά X.Cyr. 6.2.31; τοὺς παῖδας διδάσκομεν . . τῇ δεξιᾷ λαμβάνειν τοῦ ὄ. τῇ δ' ἀριστερᾷ κρατεῖν τὸν ἄρτον Plu.2.99d: metaph., ὄ. δὲ λόγοι φθονεροῖσι are a treat to the envious, Pi.N.8.21.    2 relish, κρόμυον, ποτῷ ὄ. Il.11.630; κολλύραν . . καὶ κόνδυλον ὄ. ἐπ' αὐτῇ pudding and knuckle-sauce, Ar.Pax123: metaph., λιμῷ ὅσαπερ ὄψῳ διαχρῆσθε 'hunger is the best sauce', X.Cyr.1.5.12; ἡ ἐπιθυμία τοῦ σίτου ὄ. Id.Mem.1.3.5; ὄ. τροφῆς τὸ πεινῆν Socr. ap. Porph.Abst.3.26; οἱ πόνοι ὄ. τοῖς ἀγαθοῖς X.Cyr. 7.5.80.    3 at Athens, esp.fish, the chief delicacy of the Athenians (πολλῶν ὄντων ὄ. ἐκνενίκηκεν ὁ ἰχθὺς μόνος ἢ μάλιστά γε ὄψον καλεῖσθαι Plu.2.667f, cf. Ath.7.276e); so in Pap., . as collective, = fish, PCair. Zen.82.17 (iii B. C.); in Hp.Mul.1.37 ὄψα θαλάσσια is v.l. (dub.).    II market-place, esp. fishmarket, εἰς τοὖψον Ar.Frr.247, 545, cf. Aeschin. 1.65.

German (Pape)

[Seite 433] τό (ἕψω), eigtl. von jeder gekochten od. sonst wie am Feuer zubereiteten Speise, alles Gekochte od. Gesottene, im Ggstz des Brotes, alle Zukost zum Brote (ἐσθίουσι πάντες ἐπὶ τῷ σίτῳ ὄψον, Xen. Mem. 3, 14, 2); in der ältesten Zeit gew. Fleisch, Il. 9, 489; ἐνέθηκε σῖτον καὶ οἶνον ὄψα τε οἷα ἔδουσι βασιλῆες Od. 3, 480, vgl. 5, 267. 6, 77; ὕειον κρέας ἑφθόν, Dicaearch. bei Ath. IV, 141 b; auch dr Zwiebel heißt ποτῷ ὄψον, weil man sie zum Trunke ißt, Il. 11, 630; ὄψον ὀπτόν, Ar. Equ. 1102; – bes. aber Fische, wie Plut. Svmp. 4, 4, 2 bemerkt: πολλῶν ὄντων ὄψων ἐκνενίκηκεν ὁ ἰχθὺς μόνος ἢ μάλιστά γε ὄψον καλεῖσθαι; Ath. VII, 276 e, u. oft bei Comic., vgl. z. B. Philemo bei Ath. VII, 288 d u. XIV, 648 f, wo eine Reihe von ὄψα hergezählt werden; Hippocr. nennt den Fisch ὄψον θαλάττιον, wie Pol. 34, 8, 6; – Plat. vrbdt σίτου τε καὶ ὄψου, Rep. VIII, 559 a; ὄψα καὶ τραγήματα, II, 372 e; μηδὲ ὄψον ἡδῦναι, Theaet. 175 e, u. so übh. lecker bereitete Speisen. – Uebertr., ὄψον λόγοι φθονεροῖσιν, Pind. N. 8, 21; οἱ γὰρ πόνοι ὄψον τοῖς ἀγαθοῖς, Xen. Cyr. 7, 5, 26, vgl. Mem. 1, 3, 5, Würze, Alles, was den Genuß erhöht. – Auch der Markt, wo Lebensmittel, bes. Fische verkauft wurden, hieß ὄψον, Poll. 6 c. 7; εἰς τοὖ. ψον ἀφῖκται, Aesch. 1, 65; vgl. B. A. 307.

Greek (Liddell-Scott)

ὄψον: τό, (ἴδε ἐν λέξ. πέσσω), κυρίως, ἔδεσμα, τροφή, ἢ καθόλου, κρέας, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν ἄρτον καὶ τὰς ἄλλας τροφάς, ἐν δὲ ... σῖτον καὶ οἶνον ἔθηκεν, ὄψα τε Ὀδ. Γ. 480· ἐν δὲ οἱ ἀσκὸν ἔθηκε ... οἴνοιο …, ἐν δὲ καὶ ᾖα κωρύκῳ, ἐν δὲ καὶ ὄψα τίθει Ε. 267, πρβλ. Ζ. 77, Ἰλ. Ι. 489· ὄψον ὀπτὸν Ἀριστοφ. Ἱππ. 1106. 2) πᾶν ὅ,τι ἐσθίεται μετὰ τοῦ ἄρτου ἢ τῆς τροφῆς ὡς προσφάγιο ἢ ὅπως προκαλέσῃ τὴν πόσιν οἴνου, κρόμυον ποτῷ ὄψον Ἰλ. Λ. 630· ἐσθίουσιν ἐπὶ τῷ σίτῳ ὄψον Ξεν. Ἀπομν. 3. 14, 2, πρβλ. 3· ὄψον ἕξουσιν, ἅλας τε δηλονότι καὶ ἐλάας καὶ τυρὸν καὶ βολβοὺς καὶ λάχανα Πλάτ. Πολ. 372C· Σικελικὴ ποικιλία ὄψων αὐτόθι 404D φακῆν, ἥδιστον ὄψων Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 87· εἷς ἄρτος, ὄψον ἰσχὰς Φιλήμων ἐν «Φιλοσόφοις», 1, πρβλ. Ξεν. Κύρ. 1.2, 8· πρβλ. ὀψοποιέω. 3) καρύκευμα, ὡς τὸ ἥδυσμα, Πλάτ. Θεαίτ. 175Ε, κτλ., κολλύραν ... καὶ κόνδυλον ὄψον ἐπ’ αὐτῇ, κολλούραν καὶ γρόνθον διὰ προσφάγιον, «ἔπαιξε δὲ παρὰ τὸ λεγόμενον, «εἰ δ’ οἶνον αἰτεῖ κόνδυλον αὐτῷ δός», ὑπὲρ τοῦ ἐθίζειν τοῦς παῖδας μηδὲν περιττὸν ζητεῖν» (Σχόλ.), Ἀριστοφ. Εἰρ. 123· - μεταφ., λιμῷ δὲ ὅσαπερ ὄψῳ διαχρῆσθε, καὶ ἔχετε τὴν πεῖναν ὡς προσφάγιον, Ξεν. Κύρ. 1. 5, 12· ἡ ἐπιθυμία τοῦ σίτου ὄψον ὁ αὐτ. ἐν Ἀπομν. 1. 3, 5· οἱ πόνοι ὄψον τοῖς ἀγαθοῖς ὁ αὐτ. ἐν Κύρ. 7. 5, 80· ὄψον δὲ λόγοι φθονεροῖσι, εἶναι ἥδυσμα εἰς τοὺς φθονερούς, Πινδ. Ν. 8. 35. 4) καθόλου, πολυτελῆ ἐδέσματα, τῷ ὄψῳ τε καὶ τῷ οἴνῳ χαίροντα Ξεν. Ἀπομν. 1. 5, 2· ἐν τῷ πληθ., ὄψα καὶ μύρα, ὄψα καὶ τραγήματα, κτλ., Πλάτ. Πολ. 372Ε, κτλ. 5) ἐν Ἀθήναις, ἰδίως, ἰχθὺς «ψάρι», τὸ κύριον προσφάγιον τῶν Ἀθηναίων (πολλῶν ὄντων ὄψων ἐκνενίκηκεν ὁ ἰχθὺς μόνος ἢ μάλιστά γε ὄψον καλεῖσθαι Πλούτ. 2. 667F, πρβλ. Ἀθήν. 276Ε)· συχν. παρὰ τοῖς κωμικοῖς, Ἀθήν. 648F· τὴν ἔγχελυν ... ὄψων μέγιστον Ἀναξανδρίδ. ἐν «Πόλεσι» 1. 6· παρ’ Ἱππ. 606. 10, ὄψα θαλάσσια· ἴδε ἐπὶ πᾶσι Βöckh P. E. 1. 237, καὶ πρβλ. ὀψοποιός. ΙΙ. ἡ ἀγορὰ μάλιστα ἡ τῶν ἰχθύων, τὰ ἰχθυοπωλεῖα, εἰς τοὖψον Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 242, 264, πρβλ. Αἰσχίν. 9. 41. Πρβλ. ὀψώνιον.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
I. tout aliment préparé sur le feu;
II. p. ext. tout ce qu’on mange avec le pain ; particul.
1 à l’époque héroïque, la viande, parce qu’alors, outre le pain (ἄρτος, σῖτος) on avait coutume de ne manger que de la viande, (et p. ext.) du poisson;
2 en gén. tout ce qui se mange avec autre chose, pitance (oignons, olives, fromage, etc.) ; particul. du poisson ; marché au poisson;
3 en gén. morceau friand, friandise;
4 fig. assaisonnement.
Étymologie: ἕψω.

English (Autenrieth)

(ἕψω): properly that which is cooked (boiled), said of anything that is eaten with bread, relish, sauce, of an onion as a relish with wine, Il. 11.630; of meat, Od. 3.480.

English (Slater)

ὄψον
   1 relish met. ὄψον δὲ λόγοι φθονεροῖσιν (N. 8.21)

Greek Monotonic

ὄψον: τό (ἕψω),
I. 1. κανονικά, μαγειρεμένο κρέας, ή, γενικά, κρέας, σε αντίθ. προς το ψωμί και τις άλλες προμήθειες, σε Όμηρ., Αριστοφ.
2. οτιδήποτε τρώγεται μαζί με ψωμί ή με το φαγητό, για να του δώσει άρωμα και γεύση, κρόμυον ποτῷ ὄψον, κρεμμύδι, που δίνει δριμεία γεύση ή άρωμα στο κρασί, σε Ομήρ. Ιλ.· ἐσθίουσι ἐπὶ τῷ σίτῳ ὄψον, σε Ξεν.
3. καρύκευμα, σάλτσα, σε Πλάτ.· κολλύραν καὶ κόνδυλον ὄψον ἐπ' αὐτῇ, με κουλούρα και σάλτσα από βολβούς (δηλ. γροθιές) επίσης, σε Αριστοφ.· λιμῷ ὅσαπερ ὄψῳ διαχρῆσθε, δηλ. η πείνα είναι το καλύτερο καρύκευμα, σε Ξεν.
4. γενικά, λιχουδιά, στον πληθ., λιχουδιές, σε Πλάτ.
II. 1. στην Αθήνα, κυρίως, ψάρι, κύρια λιχουδιά των Αθηναίων, σε Αριστοφ.
2. ψαραγορά, στον ίδ., Αισχίν.

Russian (Dvoretsky)

ὄψον: τό
1) мясное блюдо, мясо (σῖτος καὶ οἶνος ὄψα τε Hom.);
2) закуска (κρόμυον, ποτῷ ὄ. Hom.);
3) рыбное блюдо, рыба: πολλῶν ὄντων ὄψων, ἐκνενίκηκεν ὁ ἰχθύς, μόνον ἢ μάλιστά γε, ὄ. καλεῖσθαι Plut. хотя закусок много, но в конце концов закуской стала именоваться исключительно или преимущественно рыба;
4) приправа: οἱ ἅλες τῶν ἄλλων ὄψων ὄ. (sc. εἰσίν) Plut. соль есть приправа ко (всем) прочим приправам; οἱ πόνοι ὄ. τοῖς ἀγαθοῖς Xen. труд - приправа к счастью;
5) тонкое кушанье, изысканное блюдо, лакомое яство (ὄψα καὶ τραγήματα Plat.);
6) продовольственный, преимущ. рыбный рынок (εἰς τοὖψον = τὸ ὄ. ἀφικέσθαι Aeschin.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: n.
Meaning: side-food esp. meat, in Athens etc. esp. fish (Il.).
Compounds: Compp., e.g. ὀψο-ποιός m. cook (IA.), εὔ-οψος rich of side-food, esp. fish (middl. com.). ὀψ-αρτυ-τής m. cook with -τικός, -σία (com.), backformation ὀψαρτύ-ω (hell.).
Derivatives: Dimin. ὀψάριον n. (com., pap.), NGr. ψάρι fish. ὀψ-ών-ης m. side-food buyer, trader (Ar.Fr.503) with -ία, -έω (Critias, Ar.), -ιον n. "meant for buying ὄψον", cash salary, wages (hell.) with -ιάζω etc.; Lat. LW [loanword] opsōnium m. side-food, opsōnāre ( : ὀψωνέω) with -ātor (> ὀψωνάτωρ), cf. W.-Hofmann s.v. w. lit.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: Unexplained. By Schulze Q. 498 f. analysed as ὄ-ψ-ον as "das Zugekaute (what is chewed at (it)", to ψῆν, ψω-μός; formation as ὄ-ζ-ος branch; details in Bechtel Lex. s.v. -- Earlier (s. Curtius 709) connected with ἕψω and ὀπτός. - The word could well be Pre-Greek,

Middle Liddell

ὄψον, ου, τό, [ἕψω]
properly, cooked meat, or, generally, meat, opp. to bread and other provisions, Hom., Ar.
2. anything eaten with bread or food, to give it flavour and relish, κρόμυον, ποτῷ ὄψον onions, a zest or relish to wine, Il.; ἐσθίουσι ἐπὶ τῷ σίτῳ ὄψον Xen.
3. seasoning, sauce, Plat.; κολλύραν καὶ κόνδυλον ὄψον ἐπ' αὐτῇ pudding and knuckle- sauce withal, Ar.; λιμῷ ὅσαπερ ὄψῳ διαχρῆσθε, i. e. "hunger is the best sauce," Xen.
4. generally, dainty fare, in pl. dainties, Plat.
II. at Athens, mostly, fish, the chief dainty of the Athenians, Ar.
2. the fish-market, Ar., Aeschin.

Frisk Etymology German

ὄψον: {ópson}
Grammar: n.
Meaning: ‘Zubrot, Zukost, bes. Fleisch’, in Athen usw. bes. Fisch (seit Il.).
Composita : Kompp., z.B. ὀψοποιός m. Koch (ion. att.), εὔοψος ‘reich an Zukost, bes. Fisch’ (mittl. Kom. usw.). Zusammenbildungen: ὀψαρτυτής m. Koch mit -τικός, -σία (Kom. usw.), Rückbildung ὀψαρτύω (hell.); ὀψώνης m. ‘Zukostläufer, -händler’ (Ar.Fr.503 u.a.) mit -ία, -έω (Kritias, Ar. u.a.), -ιον n. "zum Einkaufen von ὄψον bestimmt", barer Sold, Lohn (hell. u. sp.) mit -ιάζω usw.; lat. LW opsōnium m. Zukost, opsōnāre ( : ὀψωνέω) mit -ātor (> ὀψωνάτωρ), vgl. W.-Hofmann s.v. m. Lit.
Derivative: Demin. ὀψάριον n. (Kom., Pap. u.a.), ngr. ψάρι Fisch.
Etymology : Nicht sicher erklärt. Von Schulze Q. 498 f. in ὄψ-ον als "das Zugekaute" zerlegt, zu ψῆν, ψωμός; Bildung wie ὄζ-ος Ast; Einzelheiten bei Bechtel Lex. s.v. — Früher (s. Curtius 709) mit ἕψω und ὀπτός verbunden.
Page 2,459

English (Woodhouse)

ὄψον = dainty, a toothsome morsel, dainty morsel, food on the dish, savoury meat, succulent morsel

⇢ Look up "ὄψον" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)