Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Ὀτοτύξιοι

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: Ὀτοτύξιοι Medium diacritics: Ὀτοτύξιοι Low diacritics: Οτοτύξιοι Capitals: ΟΤΟΤΥΞΙΟΙ
Transliteration A: Ototýxioi Transliteration B: Ototyxioi Transliteration C: Ototyksioi Beta Code: *)ototu/cioi

English (LSJ)

οἱ, Com. pr. n. in Ar.Av.1043,

   A men of Wails, with a play on Ὀλοφύξιοι (men of Olophyxus near Mount Athos).

Greek (Liddell-Scott)

Ὀτοτύξιοι: οἱ, κωμικὸν κύρ. ὄνομ. παρ’ Ἀριστοφ. ἐν Ὄρν. 1043, ἄνθρωποι τῶν θρήνων, μετὰ λογοπαιγνίου ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ Ὀλοφύξιοι (κάτοικοι Ὀλοφύξου, πόλεως παρὰ τὸν Ἄθω).

Greek Monolingual

Ὀτοτύξιοι, ot (Α)
(κωμικό κύριο όν. στον Αριστοφ.) άνθρωποι τών θρήνων, θρηνωδοί, κλαψιάρηδες.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πλαστή λ. < ὀτοτοῖ, θρηνητικό επιφώνημα χάριν λογοπαιγνίου στο εθνικό όν. Ολοφύξιοι, κάτοικοι της Ολοφύξον, πόλης στον Άθω].

Greek Monotonic

Ὀτοτύξιοι: οἱ, κωμ. κύριο όνομα, άντρες ικανοί μόνο για θρήνους, με παρηχητικό λογοπαίγνιο στο Ὀλοφύξιοι (κάτοικος της πόλης Ολόφυξος, κοντά στο όρος Άθως, σε Αριστοφ.).

Russian (Dvoretsky)

Ὀτοτύξιοι: οἱ шутл. ототиксии, т. е. рыдальцы: χρῆσθαι τοῖσδε ψηφίσμασι καθάπερ Ὀλοφύξιοι. - Σὺ δέ γ᾽ οἷσπερ Ὀ. χρήσει τάχα Arph. (племя заоблачных кукушек) живет по тем же законам, что и олофиксии. - А вот ты у меня сейчас заживешь по тем, по которым живут рыдальцы (т. е. ты у меня сейчас заплачешь).

Middle Liddell

Ὀτοτύξιοι, οἱ,
Com. pr. n., men of Wails, with a play on Ὀλοφύξιοι (men of Olophyxus near Mt. Athos), Ar.