Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑγιηρός

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ὑγιηρός Medium diacritics: ὑγιηρός Low diacritics: υγιηρός Capitals: ΥΓΙΗΡΟΣ
Transliteration A: hygiērós Transliteration B: hygiēros Transliteration C: ygiiros Beta Code: u(gihro/s

English (LSJ)

ά, όν (-ής f.l. in Hp.

   A Aër.9), wholesome, ἄκος Pi.N.3.18; ἔτος ὑ., opp. νοσερόν, Hp.Aër. 10.    II of persons, healthy, hearty, sound (opp. νοσερός) , κεφαλαί ib.4; ὑγιηρότατοι Hdt.4.187: Sup. ὑγιηρέστατος (which may be from ὑγιηρός, cf. σπουδαιέστατος, etc.) Id.2.77 codd., but in AB115.7 ὑγιηρότατος is cited from Hdt. Bk.2. Adv. -ρῶς, εἶχον Hp.Epid.1.5, cf. Art.41 (v.l.).

German (Pape)

[Seite 1170] gesund, d. i. – 1) der Gesundheit zuträglich, förderlich, heilsam, Pind. πλαγᾶν ἄκος ὑγιηρόν, N. 3, 17. – 2) bei voller Gesundheit, sich wohl befindend, kräftig, ὑγιηρότατοι, Her. 4, 187; B. A. 115.

Greek (Liddell-Scott)

ὑγιηρός: [ῠ], ἀ, όν, (ὑγιὴς) καλὸς καὶ ὠφέλιμος πρὸς τὴν ὑγείαν, ὑγιεινός, ἄκος Πινδ. Ν. 3. 29. ΙΙ. ἐπὶ προσώπων, ὁ ἀπολαύων πλήρους ὑγείας, ὑγιής, «γερός», ἀκέραιος, Λατ. sanus, ἀντίθετον τῷ νοσερός, Ἱππ. π. Ἀέρ. 282 ὑγιηρότατοι Ἡρόδ. 4. 187· - ἐν τῷ 2. 77 ὑγιηρέστατος (ἔκ τινος τύπου ὑγιήρης) εἶναι ἡ γραφὴ ἐν τῷ Ἀντιγράφῳ, ἀλλ’ ἴδε Α. Β. 115. 7· ὁ Littré ἀναγινώσκει ὑγιηρὴς ἐν Ἱππ. π. Ἀέρ. 286). Ἐπίρρ. -ρῶς, ὁ αὐτ. ἐν Ἐπιδημ. τὸ α΄, 942.

French (Bailly abrégé)

ά, όν :
en bonne santé, bien portant;
Sp. ὑγιηρότατος, irrég. ὑγιηρέστατος.
Étymologie: ὑγιής.

English (Slater)

ῠγῐηρός
   1 healing καματωδέων δὲ πλαγᾶν ἄκος ὑγιηρὸν ἐν βαθυπεδίῳ Νεμέᾳ τὸ καλλίνικον φέρει (N. 3.18)

Greek Monolingual

-ά, -όν, Α
1. ωφέλιμος στην υγεία, υγιεινός
2. (για πρόσ.) υγιής.
επίρρ...
ὑγιηρῶς Α
με υγεία, υγιώς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑγιής, αναλογικά προς το νοσ-ηρός].

Greek Monotonic

ὑγιηρός: [ῠ], -ά, -όν (ὑγιής),
I. καλός για την υγεία, ωφέλιμος στην υγεία, σε Πίνδ.
II. 1. λέγεται για πρόσωπα, υγιής, σφριγηλός, ρωμαλέος, Λατ. sanus, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

ὑγιηρός: (ῠ)
1) дающий здоровье, целительный (ἄκος Pind.);
2) здоровый, обладающий здоровьем Her.

Middle Liddell

ὑ˘γιηρός, ή, όν ὑγιής
I. good for the health, wholesome, Pind.
II. of persons, healthy, hearty, sound, Lat. sanus, Hdt.