Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑγιόπους

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ὑγῐόπους Medium diacritics: ὑγιόπους Low diacritics: υγιόπους Capitals: ΥΓΙΟΠΟΥΣ
Transliteration A: hygiópous Transliteration B: hygiopous Transliteration C: ygiopous Beta Code: u(gio/pous

English (LSJ)

ὁ, ἡ, πουν, τό, gen. ποδος,

   A sound of foot, Hsch. s.v. ἀρτίπους.

Greek (Liddell-Scott)

ὑγιόπους: ὁ, ἡ, πουν, τό, ὁ ὑγιὴς τοὺς πόδας, Ἡσύχ. ἐν λέξ. ἀρτίπους.

Greek Monolingual

-ποδος, ὁ, ἡ, Α
(κατά τον Ησύχ.) αυτός του οποίου τα πόδια βρίσκονται σε καλή φυσική κατάσταση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑγιής + -πους (< πούς, ποδός), πρβλ. ὠκύ-πους].