Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑγροβατικός

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ὑγροβᾰτικός Medium diacritics: ὑγροβατικός Low diacritics: υγροβατικός Capitals: ΥΓΡΟΒΑΤΙΚΟΣ
Transliteration A: hygrobatikós Transliteration B: hygrobatikos Transliteration C: ygrovatikos Beta Code: u(grobatiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A going in the wet, prob. to be supplied in Ath.3.99b.

German (Pape)

[Seite 1171] ή, όν, im Nassen, im Wasser gehend, lebend, ζῶα, Plat. bei Ath. III, 99 b, s. ὑδροτροφικός.

Greek (Liddell-Scott)

ὑγροβᾰτικός: -ή, -όν, ὁ βαίνων ἢ διαιτώμενος ἐν ὕδατι, ἐπὶ ἐνύδρων ζῴων, Ἀθήν. 99Β (ἔνθα νῦν ὑγροτροφικός).

Greek Monolingual

-ή, -όν, Α ὑγροβατῶ
(για ζώα) αυτός που βαδίζει, που ζει στο νερό, υδρόβιος.