Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑγρόβιος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ὑγρόβῐος Medium diacritics: ὑγρόβιος Low diacritics: υγρόβιος Capitals: ΥΓΡΟΒΙΟΣ
Transliteration A: hygróbios Transliteration B: hygrobios Transliteration C: ygrovios Beta Code: u(gro/bios

English (LSJ)

ον,

   A living on or by the water, as a fisherman, Nonn.D.13.75.

German (Pape)

[Seite 1171] im Nassen, im Wasser od. vom Wasser lebend, wie der Fischer, Nonn. 13, 5.

Greek (Liddell-Scott)

ὑγρόβιος: -ον, ὁ ζῶν ἐν τῷ ὑγρῷ· ὁ ζῶν παρὰ τὸ ὕδωρ, ἐργαζόμενος ἐν αὐτῷ, οἷονἁλιεύς, Νόνν. Διον. 13. 75, κλπ.

Greek Monolingual

-α, -ο / ὑγρόβιος, -ον, ΝΜΑ
νεοελλ.
(για ζώα) υδρόβιος
μσν.-αρχ.
(για πρόσ.) αυτός που ζει ή εργάζεται κοντά στο νερό, όπως λ.χ. ο ψαράς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑγρός + -βίος (< βίος), πρβλ. μακρό-βιος].