Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑγρότης

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: ὑγρότης Medium diacritics: ὑγρότης Low diacritics: υγρότης Capitals: ΥΓΡΟΤΗΣ
Transliteration A: hygrótēs Transliteration B: hygrotēs Transliteration C: ygrotis Beta Code: u(gro/ths

English (LSJ)

ητος, ἡ, Dor. -τᾱς, ᾱτος, Ti.Locr.100d, 102c: (ὑγρός):—

   A wetness, moisture, either in abstract or concrete sense, fluidity or a fluid, Hp.VM22, Aph.3.24, Pl.Phlb.32a, Arist.PA653a33; ὑ. τῆς χειρός dampness (from sweat), Plu.Cat.Ma.20: pl., Arist.GA760b4, Mete.352b13.    II pliancy, suppleness, ἡ ἐκ τῶν ἄρθρων ὑ. Hp.Art.8, cf. X. An.5.8.15; τοῦ σώματος, of serpents, Arist.GA718a30; of bears, Id.HA594b6; τῆς χειρός Plu.2.67e.    b of a flame, flickering motion, lambency, E.Ph.1256.    2 metaph. of persons, ductility of disposition, the quality of being easily moved, ὑ. τοῦ ἤθους Lycurg.33, Arist.VV1250b32; ἕξεως Plu.2.680d; but ὑ. βίου a voluptuous course of life, Crobyl.4; cf. ὑγρός 11.7.    3 fluency, prob. for γυρ- in Phld.Po.Herc. 1677 Fr.21 (of Homer).

German (Pape)

[Seite 1171] ητος, ἡ, 1) Nässe, Feuchtigkeit; Eur. Phoen. 1262; ἡ τῆς ὑγρότητος πῆξις, Plat. Phil. 32 a. – 2) übh. Weichheit, Gelenkigkeit, Xen. An. 5, 8, 15, der Glieder, Beweglichkeit, Zartheit, τῶν ὀμμάτων, das Schmachtende des Blicks, Plut. Alex. 4. – Uebertr., Biegsamkeit des Sinnes, Lenksamkeit, Fügsamkeit, τοῦ ἤθους, Lycurg. 33; καὶ εὐαγωγία, Arist. de virt. bei Stob. Floril. 1, 8; – aber ὑγρότης τοῦ βίου ist weichliche, üppige Lebensweise, Crobyl. bei Ath. VI, 258; vgl. Plut. Cim. 3.

Greek (Liddell-Scott)

ὑγρότης: -ητος, Δωρικ. -ότας, ᾱτος, ἡ· (ὑγρός)· - ὡς καὶ νῦν, ὑγρότης, εἴτε ἐν ἀφῃρημένῃ εἴτε ἐν συγκεκριμένῃ σημασίᾳ, ὑγρὰ ἢ ῥευστὴ κατάστασις, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ξηρότης. Ἱππ. π. Ἀρχ. Ἰητρ. 17, Ἀφ. 1248, Πλάτ. Φίληβ. 32Α, Ἀριστ., κλπ.· ἐν τῷ πληθ., Ἀριστ. π. Ζ. Γεν. 3. 10. 20, Μετεωρ. 1. 14, 17. ΙΙ. εὐκαμψία ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ σκληρότης· τῶν ἄρθρων Ἱππ. π. Ἄρθρ. 784, πρβλ. Ξενοφ. Ἀνάβ. 5. 8, 15· τοῦ σώματος, ἐπὶ ὄφεων, Ἀριστ. περὶ Ζ. Γεν. 1. 7, 3· ἐπὶ ἄρκτων, ὁ αὐτ. περὶ τὰ Ζ. Ἱστ. 8. 5, 3 οὕτως ἐπὶ τῶν ποικίλων κινήσεων τῆς φλογός, Εὐρ. Φοίν. 1256. 2) νωθρότης, χαλαρότης, ἀδυναμία, τοῦ ξίφους... δι’ ὑγρότητα χειρὸς ἐξολισθόντος Πλουτ. Κάτων Πρεσβύτ. 20. 3) μεταφορ., ἐπὶ προσώπων, μαλακότης τρόπου, εὐκολία διαθέσεων, προσήνεια, ἠπιότης, ὑ. τοῦ ἤθους Λυκοῦργ. 152. 12, Ἀριστ. π. Ἀρετ. καὶ Κακ. 5, 5· ἕξεως Πλούτ. 2. 680D· οὕτω, ὑγρότης βίου, ἡδυπαθής, τρυφηλὸς βίος, Κρώβυλ. ἐν «Ἀπολιπούσῃ» 1· πρβλ. ὑγρὸς ΙΙ. 7.

French (Bailly abrégé)

ητος (ἡ) :
1 humidité, moiteur, fluidité;
2 souplesse, flexibilité ; fig. facilité de caractère ; en mauv. part faiblesse ; ὑγρότης τῆς χειρός SOPH défaillance de la main qui tient une épée.
Étymologie: ὑγρός.

Greek Monolingual

-ητος, ἡ, ΜΑ
βλ. υγρότητα.

Greek Monotonic

ὑγρότης: -ητος, Δωρ. -ότας, -ᾱτος, ἡ (ὑγρός),
I. 1. υγρότητα, υγρασία, σε Πλάτ.
II. 1. ευκαμψία, ελαστικότητα, λυγεράδα, σε Ξεν.· λέγεται για την κίνηση της φλόγας, τρεμόσβησμα, τρεμούλιασμα, σε Ευρ.
2. ατονία, αποχαύνωση, λίγωμα, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

ὑγρότης: ητος ἡ
1) тж. pl. влага, жидкость Plat., Arst.;
2) дрожание, трепетание (sc. ἐμπύρων ἀκμῶν Eur.);
3) гибкость, подвижность Xen., Arst.;
4) слабость (χειρός Plut.);
5) томный взгляд, нежность (τῶν ὀμμάτων Plut.);
6) мягкость или простота (τοῦ ἤθους Arst.);
7) радушие, приветливость (ὑ. καὶ δαψίλεια Plut.).

Middle Liddell

ὑγρότης, ητος, ὑγρός
I. wetness, moisture, Plat.
II. pliancy, suppleness, Xen.: of a flame, flickering motion, lambency, Eur.
2. languor, Plut.

English (Woodhouse)

ὑγρότης = dampness, suppleness

⇢ Look up "ὑγρότης" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Wooshouse's English to Ancient Greek dictionary)