Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑδατηγός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ὑδᾰτηγός Medium diacritics: ὑδατηγός Low diacritics: υδατηγός Capitals: ΥΔΑΤΗΓΟΣ
Transliteration A: hydatēgós Transliteration B: hydatēgos Transliteration C: ydatigos Beta Code: u(dathgo/s

English (LSJ)

όν, A drawing water, ἀνήρ Call.Hec.1.4.12.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1172] Wasser führend, leitend, ἀντλητής, Callim. frg. beim Schol. Ar. Ran. 1297.

Greek (Liddell-Scott)

ὑδᾰτηγός: -όν, ὁ ἀντλῶν ὕδωρ, ἀνὴρ ὑδατηγὸς Καλλ. Ἀποσπ. 42, πρβλ. Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Βατρ. 1332.

Greek Monolingual

-όν, Α
(ποιητ. τ.) αυτός που αντλεί νερό («ἀνὴρ ὑδατηγός», Καλλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὕδωρ, ὕδατος + -ηγός (< ἄγω), πρβλ. στρατ-ηγός. Το -η- του τ. οφείλεται σε έκταση λόγω συνθέσεως].