Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑδατόκλυστος

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ὑδᾰτόκλυστος Medium diacritics: ὑδατόκλυστος Low diacritics: υδατόκλυστος Capitals: ΥΔΑΤΟΚΛΥΣΤΟΣ
Transliteration A: hydatóklystos Transliteration B: hydatoklystos Transliteration C: ydatoklystos Beta Code: u(dato/klustos

English (LSJ)

ον,

   A washed with water only (without soap), Plu. 2.134e.

German (Pape)

[Seite 1172] im Wasser abgespült, abgewaschen, Plut. de san. tu. p. 402.

Greek (Liddell-Scott)

ὑδᾰτόκλυστος: -ον, πλυθεὶς δι’ ὕδατος μόνον (δηλ. ἄνευ σάπωνος), Wyttenb. εἰς Πλούτ. 2. 134Ε.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
lavé dans l’eau.
Étymologie: ὕδωρ, κλύζω.

Greek Monolingual

-ον, Α
αυτός που πλένεται ή έχει πλυθεί με νερό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὕδωρ, ὕδατος + -κλυστος (< κλύζω «βρέχω, περιβρέχω»), πρβλ. ποταμό-κλυστος].

Russian (Dvoretsky)

ὑδᾰτόκλυστος: вымытый в воде: λευκὰ ὑδατόκλυστα Plut. выстиранное в воде белье.