Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑδροφοβικός

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ὑδροφοβικός Medium diacritics: ὑδροφοβικός Low diacritics: υδροφοβικός Capitals: ΥΔΡΟΦΟΒΙΚΟΣ
Transliteration A: hydrophobikós Transliteration B: hydrophobikos Transliteration C: ydrofovikos Beta Code: u(drofobiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A of or like hydrophobia, τὸ ὑ. πάθος, = ὑδροφοβία, Dsc. Ther.3; suffering from hydrophobia, Cass.Pr.73.    II curing hydrophobia, Gal. 14.208.

German (Pape)

[Seite 1174] ή, όν, zur Wasserscheu gehörig, davon ergriffen, πάθος ὑδρ. = ὑδροφοβία, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ὑδροφοβικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων εἰς τὴν ὑδροφοβίαν, πάθος τὸ ὑδρ. = ὑδροφοβία, Διοσκ. π. Ἰοβόλ. γ΄, σ. 64. ΙΙ. ὁ θεραπεύων τὴν ὑδροφοβίαν, καταπότιον... ὑδροφοβικὸν Γαλην. τ. 14, σ. 208, 3. ΙΙΙ. ὁ πάσχων ἐξ ὑδροφοβίας, Κάσσ. 165, 5.

Greek Monolingual

-ή, -ό / ὑδροφοβικός, -ή, -όν, ΝΜΑ υδρόφοβος
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην υδροφοβία
2. (για πρόσ.) αυτός που πάσχει από υδροφοβία
αρχ.
αυτός που θεραπεύει την υδροφοβία.