Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑηνία

Δῶς μοι πᾶ στῶ καὶ τὰν γᾶν κινάσω -> Give me a place to stand on, and I will move the Earth.
Archimedes
Full diacritics: ὑηνία Medium diacritics: ὑηνία Low diacritics: υηνία Capitals: ΥΗΝΙΑ
Transliteration A: hyēnía Transliteration B: hyēnia Transliteration C: yinia Beta Code: u(hni/a

English (LSJ)

ἡ,

   A swinishness, swinish stupidity, Ar.Pax928, Pherecr.237; of the last stage of drunkenness, ἐκ δὲ πόσιος κῶμος, ἐκ κώμου δ' . . ὑᾱνία Epich.148; also συηνία, Phot.

German (Pape)

[Seite 1175] ἡ, der Zustand eines Schweines, gew. übrtr., schweinisches Betragen, Ungeschliffenheit, Tölpelhaftigkeit, Ar. Pax 894 u. Sp.; vgl. Phot. lex.

Greek (Liddell-Scott)

ὑηνία: ἡ, χορωδία, ἀπαιδευσία, σκαιότης, μωρία, Ἀριστοφ. Εἰρ. 928, Φερεκράτ. ἐν Ἀδήλ. 11· ἐπὶ τοῦ ἐσχάτου βαθμοῦ τῆς μέθης, ἐκ δὲ πόσιος κῶμος, ἐκ κώμου δ’... ὑᾱνία Ἐπίχ. 98 Ahr.· - συηνία παρὰ Πλουτ. 2. 988F, Φώτ., κλπ.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
cochonnerie, grossièreté, saleté.
Étymologie: ὑηνός.

Greek Monolingual

ἡ, ΜΑ, και ὑηνεία Μ, και δωρ. τ. ὑανία και συανία και συηνία, Α
κτηνώδης συμπεριφορά που οφείλεται στην έλλειψη μόρφωσης και γενικότερης καλλιέργειας
2. αποκτήνωση λόγω μέθης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὕηνος. Οι τ. με αρκτικό σ- αναλογικά προς τον τ. σῦς «χοίρος»].

Greek Monotonic

ὑηνία: ἡ, χοιρωδία, ανοησία, μωρία, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ὑηνία: ἡ свинство Arph.

Middle Liddell

ὑηνία, ἡ,
swinishness, swinish stupidity, Ar. [from ὑηνός