Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑλειώτης

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ὑλειώτης Medium diacritics: ὑλειώτης Low diacritics: υλειώτης Capitals: ΥΛΕΙΩΤΗΣ
Transliteration A: hyleiṓtēs Transliteration B: hyleiōtēs Transliteration C: yleiotis Beta Code: u(leiw/ths

English (LSJ)

[ῡ], ου, ὁ, (ὕλη)

   A forester, epith. of Pan, AP6.106 (Zon.).

German (Pape)

[Seite 1176] ὁ, der im Walde Lebende, voc. ὑλειῶτα, Pan, Zon. 4 (VI, 106).

Greek (Liddell-Scott)

ὑλειώτης: -ου, ὁ, ἐν τῷ δάσει ζῶν, ἐπίθ. τοῦ Πανός, Ἀνθ. Π. 6. 106.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
habitant des bois (ép. de Pan).
Étymologie: ὕλη.

Greek Monolingual

ὁ, Α
(ως επίθ. του Πανός) αυτός που ζει στα δάση, δασόβιος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὕλη, αναλογικά προς το «Παν ὀρειώτας»].

Greek Monotonic

ὑλειώτης: -ου, ὁ (ὑλή), αυτός που ζει στα δάση, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ὑλειώτης: ου (ῡ) ὁ житель лесов (эпитет Пана) Anth.

Middle Liddell

ὑλειώτης, ου, ὁ, [ὑλή]
a forester, Anth.