Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑμενόπτερος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ὑμενόπτερος Medium diacritics: ὑμενόπτερος Low diacritics: υμενόπτερος Capitals: ΥΜΕΝΟΠΤΕΡΟΣ
Transliteration A: hymenópteros Transliteration B: hymenopteros Transliteration C: ymenopteros Beta Code: u(meno/pteros

English (LSJ)

ον,

   A mem-brane-winged, ὄφεις Str.15.1.37; μυῖα Luc.Musc.Enc.1.

German (Pape)

[Seite 1178] mit häutigen Flügeln, wie die der Fledermäuse, Luc. Misc. enc. 1 de dips. 3.

Greek (Liddell-Scott)

ὑμενόπτερος: [ῠ], -ον, ὁ ἔχων πτέρυγας ὑμενώδεις ὡς ἡ νυκτερίς· ὄφεις Στράβ. 703· μυῖα Λουκ. Μυίας Ἐγκώμ. 1.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
aux ailes membraneuses.
Étymologie: ὑμήν, πτερόν.

Greek Monolingual

-η, -ο / ὑμενόπτερος, -ον, ΝΑ
αυτός που έχει υμενώδεις πτέρυγες
νεοελλ.
(το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα υμενόπτερα
ζωολ. πολυπληθέστατη τάξη εντόμων, η τρίτη κατά σειρά, με 110.000 περίπου είδη, τα οποία, συνήθως, φέρουν δύο ζεύγη μεμβρανωδών φτερών, από όπου και η ονομασία της τάξης, και στα οποία περιλαμβάνονται τα μυρμήγκια, οι μέλισσες και οι σφήκες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑμήν, -ένος + -πτερος (< πτερόν), πρβλ. σαρκό-πτερος. Η λ. με τη νεοελλ. της σημ. είναι αντιδάνεια, πρβλ. αγγλ. hymenoptera].

Greek Monotonic

ὑμενόπτερος: [ῠ], -ον (πτερόν), αυτός που έχει φτερά μεμβρανώδη, σε Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

ὑμενόπτερος: перепончатокрылый (ἡ μυῖα Luc.).

Middle Liddell

ὑ˘μενό-πτερος, ον, πτερόν
membrane-winged, Luc.