Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑπαέριος

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698
Full diacritics: ὑπᾱέριος Medium diacritics: ὑπαέριος Low diacritics: υπαέριος Capitals: ΥΠΑΕΡΙΟΣ
Transliteration A: hypaérios Transliteration B: hypaerios Transliteration C: ypaerios Beta Code: u(pae/rios

English (LSJ)

ον,

   A living in the air, of the bird τρυγών, as opp. to the fish, Ael.NA8.26. Cf. ὑπηέριος.

German (Pape)

[Seite 1180] in der Luft befindlich, darin lebend, Ael. N. A. 8, 26. S. ὑπηέριος.

Greek (Liddell-Scott)

ὑπᾱέριος: -ον, ὁ ἐν τῷ ἀέρι ζῶν, ἐπὶ τῆς τρυγόνος, τοῦ πτηνοῦ, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸν ὁμώνυμον ἰχθύν, Αἰλ. περὶ Ζῴων 8. 26. - Πρβλ. ὑπηέριος.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui se trouve ou vit dans l’air.
Étymologie: ὑπό, ἀήρ.

Greek Monolingual

-ον, Α
αυτός που ζει ή βρίσκεται στον αέρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < υπ(ο)- + ἀέριος.

Russian (Dvoretsky)

ὑπᾱέριος: дор. = ὑπηέριος.